Η ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης επί της πρότασης για αναθεώρηση διατάξεων του συντάγματος.
Την ξεκάθαρη θέση πως η Ελλάδα έχει ανάγκη νέο σύνταγμα, που να συμβαδίζει με την εποχή μας έκανε ο πρωθυπουργός, κατά την ομιλία του στη Βουλή, υπογραμμίζοντας τη χρονική συγκυρία της συζήτησης καθώς συμπίπτει με την 52η επέτειο της επιστροφής της Δημοκρατίας στη γενέτειρά της.
Πρόκειται, όπως είπε, για μια ευκαιρία να τιμήσουμε όσους αντιστάθηκαν στη χούντα και όσους οικοδόμησαν τον κοινοβουλευτισμό. Στο σημείο αυτό εξέφρασε απορία γιατί υπάρχουν κόμματα τα οποία αρνούνται να προσέλθουν στην ετήσια δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ απευθυνόμενος προσωπικά στη Ρένα Δούρου, η οποία έχει δηλώσει ότι δεν θα προσέλθει, τόνισε: «Κάνετε λάθος που δεν έρχεστε να τιμήσετε τους αγωνιστές της δημοκρατίας, ξεχάσατε ότι όταν συγκυβερνούσατε με τον ακροδεξιό κύριο Καμμένο, πηγαίνατε στη δεξίωση».
Αντιθεσμική στάση
Αναφορικά με την αναθεώρηση του συντάγματος επανέλαβε την ανάγκη για συνθέσεις, υπογραμμίζοντας στο σημείο αυτό ότι η αντιπολίτευση αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. «Εξ αρχής υποστήριξα την ευρεία διαβούλευση ώστε να υπάρξουν συνθέσεις γύρω από τους κορυφαίους κανόνες. Δεν μπορώ να ισχυριστώ δυστυχώς το ίδιο για την αντιπολίτευση η οποία έδειξε ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τα ακραία κόμματα αρκέστηκαν σε τυφλή άρνηση, το δήθεν υπεύθυνο ΠΑΣΟΚ δηλώνει ένα αμήχανο "παρών" που ισοδυναμεί με "απών". Είναι το ίδιο το Σύνταγμα το οποίο αναζητά ευρύτερες συναινέσεις. Η επιτυχία κάθε αναθεώρησης δεν καθορίζεται τόσο από τη στάση της πλειοψηφίας, όσο από τη στάση της μειοψηφίας», συνέχισε ο πρωθυπουργός.
Απευθυνόμενος συγκεκριμένα στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, είπε: «Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ κ. Ανδρουλάκη γιατί ενώ συμφωνούμε στον πυρήνα αλλαγής τουλάχιστον 15 άρθρων γιατί επιμένετε σε αυτή την στάση», συμπλήρωσε.
Ο κ. Μητσοτάκης θυμήθηκε ότι ως αξιωματική αντιπολίτευση η ΝΔ είχε συμμετάσχει ενεργά το 2002 και είχε υπερψηφίσει μια σειρά από άρθρα διαμορφώνοντας πεδίο πραγματικής συναίνεσης και σύνθεσης. «Όποιος διατείνεται ότι σήμερα τάχα δίνει λευκή επιταγή, ουσιαστικά περιφρονεί τη λαϊκή επιλογή», τόνισε.
«Ύστερα από 52 χρόνια δημοκρατικής ζωής δεν είναι δυνατόν να έχουμε κόμματα τα οποία συμφωνούν επί της ουσίας με πολλές κυβερνητικές προτάσεις αλλά να τις υπονομεύο9υν επειδή τις επεξεργάστηκε η πλειοψηφία. Είναι στάση αντιθεσμική και πολιτικής ανεπάρκειας. Η παράταξή μας αντιπαραθέτει μια καλά μελετημένη εισήγηση αναθεώρησης 33 άρθρων», πρόσθεσε.
Να δείξουμε στους πολίτες ότι το πολιτικό σύστημα έχει δυνατότητα να αναγεννηθεί
«Το Σύνταγμα του 1975 έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικό», υπογράμμισε στη συνέχεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης «αλλά σήμερα καλείται να συμβαδίσει με τις προτεραιότητες του 21ου αιώνα».
«Ακόμα και το 2019 και παρά τις σημαντικές αλλαγές δεν υπήρξαν οι αναγκαίες συναινέσεις σε μία σειρά από πεδία. Η χώρα έχασε χρόνο και ευκαιρίες. Μιλώ για την άρση της απαγόρευσης λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων. Θυμάμαι το 2008 το κόμμα σας κύριε Ανδρουλάκη άλλαξε στάση την τελευταία στιγμή, αντίθετα με το τι πίστευε τότε ο αρχηγός σας. Χάσαμε 20 χρόνια. Έχει έρθει η ώρα να εναρμονίσουμε το Σύνταγμά μας με μια νέα πραγματικότητα», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι έχει έρθει η ώρα να συζητήσουμε αν πρέπει να υπάρχουν κανόνες για τα δημοψηφίσματα «για να αποφύγουμε τον τραγέλαφο του 2015».
«Να δούμε αν πρέπει να κατοχυρώσουμε συνταγματικά την προστασία του πολίτη από την αναδρομική επιβολή φόρων, την προσιτή στέγη», συνέχισε και αναφέρθηκε σε μία σειρά από τα σημεία της πρότασης της ΝΔ για τις προς αναθεώρηση διατάξεις.
«Είναι ζητήματα για τα οποία μόνο η παράταξή μας μιλάει. Η κατάργηση της προσχηματικής επίκλησης εθνικού θέματος για την προκήρυξη εκλογών. Το εκλογικό σύστημα να διασφαλίζει και την κυβερνησιμότητα της χώρας. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός να εγκρίνεται υποχρεωτικά από το υπουργικό συμβούλιο και να τον ελέγχουν οι πολίτες. Αναρωτιέμαι ποιος θα διαφωνούσε και γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε πράξη από κοινού τουλάχιστον κάποιες από αυτές τις θέσεις», πρόσθεσε.
«Αντιμετωπίστε την κα Κωνσταντοπούλου με την κατανόηση που της αρμόζει», ανέφερε όταν η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έκανε συνεχώς παρεμβάσεις.
Επιστολική ψήφος
«Επέκταση της επιστολικής ψήφου στις εθνικές εκλογές και για τους εντός επικρατείας ψηφοφόρους. Σημαντική πρωτοβουλία για να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν η απειλή της αποχής και της αδράνειας. Δεύτερον, έχουμε νομοθετήσει η κυβέρνηση να λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη της Ολομέλειας των δικαστηρίων για την επιλογή της ηγεσίας τους και έχει σεβαστεί την άποψη των δικαστών. Προτείνουμε τη θεσμική κατοχύρωση με την κυβέρνηση να επιλέγει μεταξύ τριών υποψηφίων που οι ίδιοι οι δικαστές θα υποδεικνύουν. Πρωτοβουλίες που κόβουν τις γέφυρες ανάμεσα στη δικαστική και την εκτελεστική εξουσία», ανέφερε στη συνέχεια.
Ο πρωθυπουργός μίλησε και για την αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. «Υπάρχει μία συμφωνία ότι δεν μπορούμε να μετατρεπόμαστε εμείς ως βουλευτές σε εισαγγελείς. Υπάρχει βασικό πρόβλημα με την έννοια του αμελητί και αυτή η αρμοδιότητα πρέπει να περιέλθει και πάλι στη Δικαιοσύνη. Εκεί μπορούμε να το συζητήσουμε. Η Βουλή πρέπει να περιορίζεται μόνο στην τελική απόφαση της άσκησης δίωξης ενός πολιτικού με ονομαστική ψηφοφορία. Θα είναι νομίζω πολύ δύσκολο για μία πλειοψηφία του Κοινοβουλίου σε περίπτωση που ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει εισηγηθεί δίωξη να μη συμφωνήσει τελικά με αυτή την πρόταση», επισήμανε.
Το βάρος περνά στον κάθε βουλευτή ξεχωριστά
«Θέλω να πιστεύω ότι όλες οι θέσεις των κομμάτων έχουν γίνει σαφείς στην συζήτηση που προηγήθηκε. Όπως βέβαια και η διάθεση συνεννόησης που νομίζω ότι υπήρξε κάτι παραπάνω από προφανής από τη δική μας πλευρά. Το βάρος περνά στον κάθε βουλευτή ξεχωριστά. Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να απαντήσουμε σε πολλά ζητήματα. Να προσφέρουμε στην πατρίδα μας έναν καταστατικό χάρτη ο οποίος θα μπορέσει να επιστρέψει τη δημόσια ζωή σε δρόμο αναγέννησης. Να δείξουμε στους πολίτες ότι το πολιτικό σύστημα έχει δυνατότητα να αναγεννηθεί. Ανακτώντας με αυτόν τον τρόπο το πιο πολύτιμο συστατικό της Δημοκρατίας που δεν είναι άλλο από την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Πολιτείας και πολίτη», υπογράμμισε.