Η Γιορτή της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο ήταν ανέκαθεν ένας θεσμός γεμάτος αντιφάσεις.
Από τη μία, η βαθιά σημειολογία της επετείου για την αποκατάσταση του πολιτεύματος. Από την άλλη, το κοσμικό παρασκήνιο, οι στιλιστικές επιλογές στους κήπους και οι πολιτικοί αρχηγοί που ανταλλάσσουν χαμόγελα και φιλοφρονήσεις στα πηγαδάκια, μπροστά στις κάμερες. Φέτος, όμως, ένα μεγάλο κομμάτι της αντιπολίτευσης αποφάσισε να καινοτομήσει, επιλέγοντας τον δρόμο του «μποϊκοτάζ». Και κάπου εδώ, η σοβαρότητα έχασε και το τελευταίο της καταφύγιο.
Το να απέχεις από μια θεσμική εκδήλωση υψηλού συμβολισμού επειδή διαφωνείς με την κυβέρνηση ή το πολιτικό κατεστημένο δεν είναι πολιτική πράξη: είναι «μαγκιά» και αναξιοπρέπεια. Είναι η πολιτική εκδοχή του «δεν γουστάρω τη φάση και τη σπάω στην γκόμενα αφήνοντάς την στα κρύα του λουτρού». Οι δικαιολογίες που επιστρατεύτηκαν από τα κόμματα που επέλεξαν την αποχή είναι γεμάτες από μια βολική, πλην όμως κούφια, ηθικοπλαστική ανωτερότητα:
Μέσα από επιστολή της η Ρένα Δούρου δήλωσε ότι δεν θα παραστεί διότι στην εκδήλωση συμμετέχουν «νοσταλγοί της χούντας, εκπρόσωποι της ακροδεξιάς και αναθεωρητές της σύγχρονης ιστορίας». Προτίμησαν, λέει, να τιμήσουν τους αγώνες σε ιστορικούς τόπους μνήμης. Λες και η παρουσία τους στο Προεδρικό Μέγαρο θα τους «μόλυνε» πολιτικά ή λες και η κοινοβουλευτική τους συνύπαρξη με αυτά τα κόμματα καθημερινά στα έδρανα της Βουλής γίνεται με κάποιο ειδικό φίλτρο προστασίας.
Το ΚΚΕ εδώ και χρόνια έχει τη δική του, σταθερή παράδοση αποχής. Για τον Περισσό, η επέτειος της Μεταπολίτευσης είναι μια «αστική γιορτή», μια φιέστα του κατεστημένου που δεν αφορά την εργατική τάξη. Αυτή η δογματική περιχαράκωση μετατρέπει τη Δημοκρατία από κοινό κεκτημένο σε «ταξικό προνόμιο» των αντιπάλων του, χαρίζοντας τη θεσμική εκπροσώπηση χωρίς μάχη. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, το ΚΚΕ δεν υπήρξε διαχρονικά δημοκρατικό κόμμα.
Ο Κυριάκος Βελόπουλος και η Ελληνική Λύση επιλέγουν το «μποϊκοτάζ» για να στήσουν ένα ακόμη σόου αντισυστημικής ρητορικής. Απορρίπτοντας τις «κοσμικές συνάξεις των ελίτ», το κόμμα επενδύει στον εύκολο λαϊκισμό των κοινωνικών δικτύων, σνομπάροντας τον κορυφαίο πολιτειακό θεσμό για να χαϊδέψει τα αυτιά ενός ακροατηρίου που έχει δυσανεξία σε ό,τι σχετίζεται με τη δημοκρατία.
Από την άλλη πλευρά, ο Δημήτρης Νατσιός εκ μέρους της ΝΙΚΗΣ ανακοίνωσε τη δική τους αποχή λόγω… πένθους. Το επιχείρημα εδώ μετατοπίστηκε στην Κύπρο: «Είναι ντροπή την ημέρα της κυπριακής τραγωδίας να συμβαίνουν αυτά». Μια ισοπεδωτική λογική που μετατρέπει μια ημέρα θεσμικής μνήμης και αναστοχασμού σε ένα απλό, ενοχλητικό κοσμικό «πάρτι».
Μέσα σε αυτό το σκηνικό της γενικευμένης άρνησης, η στάση του Αλέξη Τσίπρα –ο οποίος πλέον κινείται στις παρυφές νέων συμμαχιών– αποτυπώνει την πλήρη αμηχανία της ΕΛΑΣ. Αντί να λειτουργήσει ως θεσμικό αντίβαρο, αναλώνεται σε εσωτερικές έριδες και σε μια «πολιτική διαμαρτυρίας», επιβεβαιώνοντας ότι η σοβαρή, εναλλακτική πρόταση εξουσίας έχει αντικατασταθεί από την εσωστρέφεια.
Πρόκειται για μια μνημειώδη παρεξήγηση. Η δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο δεν είναι το πάρτι γενεθλίων του εκάστοτε Προέδρου. Επιπλέον δεν είναι κυβερνητική σύναξη. Είναι η στιγμή που το κράτος τιμά τη μετάβαση από τη δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Όταν εργαλειοποιείς αυτήν την ημέρα για να στείλεις ένα φτηνό αντιπολιτευτικό μήνυμα εσωτερικής κατανάλωσης, ουσιαστικά υποτιμάς τον ίδιο τον θεσμό που σε θρέφει. Διότι, ας μη γελιόμαστε: όλοι αυτοί οι όψιμοι «επαναστάτες των κήπων» απολαμβάνουν κάθε προνόμιο, μισθό και αναγνώριση που τους παρέχει αυτή ακριβώς η Μεταπολίτευση την οποία αρνούνται να τιμήσουν. Αν η αντιπολίτευση ήθελε να δείξει τη δυσαρέσκειά της για την κατάσταση της χώρας, ο δρόμος ήταν ένας: η ηχηρή παρουσία, όχι η εύκολη απουσία.
Το πιο επικίνδυνο, ωστόσο, δεν είναι η επικοινωνιακή γύμνια αυτής της στάσης. Είναι το πολιτικό αποτύπωμα που αφήνει πίσω της. Με το να γυρίζουν την πλάτη στην επέτειο της Αποκατάστασης, τα κόμματα αυτά αναλαμβάνουν μια τεράστια ιστορική ευθύνη. Σε μια εποχή που ο αντισυστημικός αριστερός και δεξιός λαϊκισμός θεριεύει, η στάση τους δεν αποτελεί «αντίσταση», αλλά μια έμμεση πλην σαφή συνθηκολόγηση. Με το να σνομπάρουν τη Γιορτή της Δημοκρατίας, συντάσσονται ουσιαστικά με την ατζέντα των διαχρονικών αρνητών της Μεταπολίτευσης. Δίνουν πάτημα σε όσους επιχειρούν εδώ και χρόνια να αποδομήσουν, να ισοπεδώσουν και να απαξιώσουν την πιο ομαλή, ειρηνική και δημοκρατική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Όταν η θεσμική αντιπολίτευση συμπεριφέρεται σαν περιθωριακή ομάδα διαμαρτυρίας, νομιμοποιεί τη ρητορική εκείνων που θεωρούν τη Μεταπολίτευση μια «μήτρα δεινών». Η Δημοκρατία κερδίζεται και προστατεύεται με μάχες μέσα στους θεσμούς. Όταν επιλέγεις τα «νάζια», και την αποχή, απλώς στρώνεις το χαλί σε εκείνους που θέλουν να γκρεμίσουν το οικοδόμημα εκ βάθρων.