Η επέτειος της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας αποτελεί την κορυφαία θεσμική στιγμή της πατρίδας μας. Δυστυχώς, ορισμένες πολιτικές δυνάμεις επιλέγουν συνειδητά τον δρόμο της μικροπολιτικής μιζέριας.
Η αποψινή δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο αναμένεται να σημαδευτεί από ηχηρές απουσίες. Κόμματα της αντιπολίτευσης θα γυρίσουν την πλάτη στον κορυφαίο θεσμό του πολιτεύματος, προτάσσοντας φτηνές δικαιολογίες και επικοινωνιακά τεχνάσματα για να δικαιολογήσουν μια επιλογή που προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Πρωταγωνιστής σε αυτό το θέατρο της πολιτικής υποκρισίας αναμένεται να είναι για ακόμη μία φορά ο ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα που κυβέρνησε επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια αγκαλιά με τον Πάνο Καμμένο θυμήθηκε ξαφνικά τους κινδύνους της ακροδεξιάς. Η Ρένα Δούρου απέστειλε επιστολή, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία συγκεκριμένων προσώπων συνιστά προσβολή της ιστορικής μνήμης. Ξέχασε, όμως, προφανώς τις κοινές υπουργικές αποφάσεις με στελέχη που εξέφραζαν τον πιο ακραίο λαϊκισμό. Η όψιμη αυτή ευαισθησία δύσκολα πείθει όσους θυμούνται τα πεπραγμένα της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
Στον ίδιο δρόμο θα κινηθούν και η Πλεύση Ελευθερίας με τη ΝΙΚΗ, επιλέγοντας επίσης να απουσιάσουν από την αποψινή δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο. Είναι τουλάχιστον παράδοξο δύο κόμματα που εμφανίζονται ως υπερασπιστές της Δημοκρατίας να επιλέγουν να απουσιάσουν από την κορυφαία εκδήλωση που τιμά την αποκατάστασή της. Και η ειρωνεία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, αν αναλογιστεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο βρέθηκαν σήμερα στα έδρανα της Βουλής.
Η σημερινή σύνθεση της Βουλής κρύβει μια βαθύτερη πολιτική ειρωνεία. Το κοινοβουλευτικό σκηνικό διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από το σύστημα της απλής αναλογικής. Το εκλογικό σύστημα που ψήφισε και υπερασπίστηκε με θέρμη ο Αλέξης Τσίπρας είχε έναν σαφή πολιτικό στόχο: να ανακόψει την επερχόμενη αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας. Η πολιτική ειρωνεία είναι ότι το ίδιο εκλογικό σύστημα που σχεδιάστηκε για να εμποδίσει την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας κατέληξε να ανοίξει την πόρτα σε κόμματα που σήμερα επιλέγουν να απαξιώσουν ακόμη και την κορυφαία θεσμική εκδήλωση της Μεταπολίτευσης.
Αρκεί να θυμηθούμε τα πραγματικά δεδομένα. Στις εκλογές του Μαΐου του 2023 η ΝΙΚΗ συγκέντρωσε ποσοστό 2,92%, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας περιορίστηκε στο 2,89%. Και τα δύο κόμματα έμειναν εκτός Βουλής. Η περίοδος που μεσολάβησε μέχρι τις δεύτερες εκλογές, σε συνδυασμό με τη δυναμική που δημιούργησε η απλή αναλογική, λειτούργησε ως επιταχυντής. Τον Ιούνιο εξασφάλισαν τελικά την είσοδό τους στο Κοινοβούλιο και έκτοτε πρωταγωνιστούν σε μια πολιτική αντιπαράθεση που συχνά δοκιμάζει τα όρια της θεσμικής σοβαρότητας. Ειδικά η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει μετατρέψει τα κοινοβουλευτικά έδρανα σε πεδίο συνεχούς προσωπικής αντιπαράθεσης και επικοινωνιακής προβολής.
Οι πολιτικές αυτές δυνάμεις θα επιλέξουν σήμερα να υποτιμήσουν τη σημασία της επετείου της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας. Θα γυρίσουν την πλάτη σε μια κορυφαία θεσμική εκδήλωση, προτιμώντας τις εύκολες κορώνες, τις συγκρούσεις των τηλεοπτικών παραθύρων και την επιδοκιμασία του πιο φανατικού ακροατηρίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η ελληνική Δημοκρατία, όμως, είναι πολύ πιο ισχυρή από τις εφήμερες πολιτικές σκοπιμότητες. Σήμερα συμπληρώνονται πενήντα δύο χρόνια από την ιστορική ημέρα της Μεταπολίτευσης. Πενήντα δύο χρόνια κατά τα οποία το πολίτευμά μας απέδειξε ότι διαθέτει αντοχές, θεσμική συνέχεια και δημοκρατική ωριμότητα. Και σε μια τέτοια επέτειο αξίζει να θυμόμαστε ποιος έθεσε τα θεμέλια αυτής της πορείας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε για να αποκαταστήσει τη Δημοκρατία και να επαναφέρει την Ελλάδα στον δρόμο της πολιτικής ομαλότητας. Η Νέα Δημοκρατία ιδρύθηκε για να υπηρετήσει αυτή την ιστορική αποστολή και εξακολουθεί να ταυτίζει την πολιτική της διαδρομή με τη σταθερότητα, την ευρωπαϊκή πορεία και τη θεσμική συνέχεια της χώρας.
Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από όσους τη θυμούνται μόνο όταν εξυπηρετεί την πολιτική τους αφήγηση. Έχει ανάγκη από συνέπεια, θεσμικό σεβασμό και ιστορική μνήμη. Και η αποψινή επέτειος θα αποτελέσει ακόμη ένα κριτήριο για το ποιοι αντιλαμβάνονται τους θεσμούς ως κοινή εθνική παρακαταθήκη και ποιοι τους αντιμετωπίζουν ως ακόμη ένα πεδίο μικροκομματικής αντιπαράθεσης.