Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν ενδέχεται να αποδειχθεί μόνο η αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης.
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ότι η Αίγυπτος θα μπορούσε να ενταχθεί στο νέο σχήμα, μόλις διευθετηθούν ορισμένα «τεχνικά ζητήματα», μεταφέρει πλέον τη συζήτηση από τη σφαίρα των σεναρίων σε εκείνη της πραγματικής διπλωματίας.
Η προσέγγιση Τουρκίας και Αιγύπτου
Η εξέλιξη δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Τουρκία, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν έχουν ήδη δημιουργήσει το σχήμα διαβουλεύσεων R4, με τους υπουργούς Εξωτερικών των τεσσάρων χωρών να συναντώνται τον Ιούνιο στο Κάιρο.
Παράλληλα, οι σχέσεις Αγκυρας-Καΐρου έχουν μεταβληθεί θεαματικά. Από την αντιπαράθεση της προηγούμενης δεκαετίας, οι δύο χώρες έχουν περάσει σε στρατιωτική συνεργασία, κοινές ασκήσεις και θεσμοθετημένο διάλογο μεταξύ των ενόπλων δυνάμεών τους.
Η ένταξη της Αιγύπτου, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το Κάιρο παραδοσιακά αποφεύγει δεσμεύσεις, που περιορίζουν τη στρατηγική αυτονομία του.
Διατηρεί στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ, συνεργάζεται με τη Γαλλία, έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα και την Κύπρο και ταυτόχρονα επιδιώκει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με διαφορετικά κέντρα ισχύος. Κυρίως, δύσκολα θα αποδεχόταν ένα περιφερειακό σύστημα ασφαλείας στο οποίο η Τουρκία θα επιχειρούσε να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο.
Ένας νέος πόλος ισχύος
Εάν όμως η Αίγυπτος προσχωρήσει, το νέο σχήμα αποκτά εντελώς διαφορετικές διαστάσεις. Θα συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα με τον Περσικό Κόλπο και τη Νότια Ασία.
Θα περιλαμβάνει δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, Τουρκία και Αίγυπτο, τη σημαντικότερη αραβική οικονομική δύναμη, τη Σαουδική Αραβία, και μία πυρηνική δύναμη, το Πακιστάν. Δεν θα πρόκειται πλέον απλώς για μια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας, αλλά για έναν δυνητικό νέο πόλο ισχύος στον μουσουλμανικό κόσμο.
Οι επιπτώσεις για Ελλάδα και Κύπρο
Και εδώ αρχίζει το ελληνικό ενδιαφέρον. Η Αθήνα δεν πρέπει να αντιμετωπίσει μια πιθανή αιγυπτιακή συμμετοχή ως αυτομάτως εχθρική κίνηση.
Οι σχέσεις Ελλάδας-Αιγύπτου διαθέτουν στρατηγικό βάθος, ενώ η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020 δημιούργησε ένα σημαντικό γεωπολιτικό κεκτημένο. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί προσεκτικά εάν η σύγκλιση Καΐρου-Αγκυρας μεταβάλλει σταδιακά τις αιγυπτιακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για την Κύπρο. Η Λευκωσία έχει επενδύσει συστηματικά στην τριμερή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου.
Εάν το Κάιρο ενταχθεί σε έναν μηχανισμό συλλογικής άμυνας στον οποίο συμμετέχει η Τουρκία, θα δημιουργηθεί μια πρωτόγνωρη αντίφαση: ένας στρατηγικός εταίρος Αθήνας και Λευκωσίας θα συνδέεται αμυντικά με τη χώρα που εξακολουθεί να κατέχει παράνομα τμήμα της Κύπρου και αμφισβητεί ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αίγυπτος μετατρέπεται σε σύμμαχο της Τουρκίας εναντίον Ελλάδας και Κύπρου. Σημαίνει, όμως, ότι η Αγκυρα επιχειρεί κάτι ευρύτερο: να μετατραπεί από περιφερειακό διεκδικητή σε αρχιτέκτονα ενός νέου συστήματος ασφαλείας, που εκτείνεται από τη Μεσόγειο έως τη Νότια Ασία.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία το μήνυμα είναι σαφές. Οι τριμερείς συνεργασίες δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες, αλλά ούτε και οι παλαιές αντιπαλότητες μόνιμες.
Σε μια περιοχή όπου οι συμμαχίες μεταβάλλονται ταχύτατα, η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τους στρατηγικούς δεσμούς της με την Αίγυπτο. Γιατί, εάν η Αγκυρα καταφέρει να φέρει και το Κάιρο στο νέο σχήμα, δεν θα έχει απλώς διευρύνει μία συμμαχία.
Θα έχει κάνει ένα σημαντικό βήμα για να ξαναγράψει την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου.