Ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για «μεγάλο κόλπο» στη ΔΕΗ με αφορμή την επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στην Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού και την συμμετοχή του Δημοσίου σε αυτή.
Για να πείσει όμως, πρέπει να κάνει κάτι βασικό: να αγνοήσει πλήρως την αφετηρία της συζήτησης.
Το 2019 το Δημόσιο είχε το 50,1% της ΔΕΗ. Θεωρητικά κυρίαρχο ποσοστό. Στην πράξη, η αξία αυτής της συμμετοχής δεν ξεπερνούσε τα 200 έως 400 εκατομμύρια ευρώ. Μια εταιρεία με ζημιές κοντά στα 900 εκατομμύρια, πιεσμένα οικονομικά και αμφιβολίες για το αν μπορεί να σταθεί χωρίς άμεσες παρεμβάσεις. Ήταν μια πλειοψηφία χωρίς αντίκρισμα και χωρίς προοπτική.
Σήμερα το ποσοστό του Δημοσίου έχει περιοριστεί περίπου στο 33,4%. Όμως η αξία της συμμετοχής έχει εκτοξευθεί στα 2,4 με 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή, λιγότερες μετοχές αλλά σχεδόν δεκαπλάσια αξία. Μια διαφορά που δεν εξηγείται με συνθήματα αλλά με πραγματικά δεδομένα και διαφορετική διαχείριση.
Η συμμετοχή του Δημοσίου στη νέα αύξηση κεφαλαίου εντάσσεται σε αυτή τη διαδρομή. Το Δημόσιο βάζει κεφάλαια, αλλά δεν τα πετά. Με βάση τον σχεδιασμό, τα ετήσια έσοδα από μερίσματα μπορούν να φτάσουν περίπου τα 170 εκατομμύρια ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, η επένδυση αποσβένεται σε επτά με οκτώ χρόνια. Μετά αρχίζει να γράφει καθαρό όφελος, με σταθερή ροή εσόδων.
Η επέκταση της ΔΕΗ στο εξωτερικό παρουσιάζεται ως ρίσκο χωρίς αντίκρισμα. Στην πραγματικότητα είναι η μόνη σοβαρή στρατηγική για μια εταιρεία που θέλει να έχει μέλλον σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Η στασιμότητα δεν προστατεύει. Μικραίνει και τελικά οδηγεί σε αδιέξοδο.
Τελικά, η κριτική του κ. Τσίπρα δεν σκοντάφτει στους αριθμούς. Τους αποφεύγει. Γιατί οι αριθμοί θυμίζουν κάτι άβολο. Ότι η ΔΕΗ που επικαλείται σήμερα δεν έχει καμία σχέση με τη ΔΕΗ που άφησε πίσω του.
Και κάπως έτσι, το «μεγάλο κόλπο» καταλήγει να είναι πολύ πιο απλό. Να περιγράφεις το σήμερα χωρίς το χθες. Και να ελπίζεις ότι κανείς δεν θα κάνει τη σύγκριση. Μόνο που εδώ η σύγκριση είναι αμείλικτη και εκθέτει όσους επενδύουν στη λήθη.