Από τις πλατείες των «Αγανακτισμένων» και του «αντιμνημονιακού» αγώνα, στους «αντισυστημικούς» των πολιτικών άκρων, που θέλουν να γκρεμίσουν το... σύστημα, ακόμα κι αν χρειαστεί να γκρεμίσουν τη χώρα.

Στον δρόμο προς τις κάλπες, η έλλειψη σοβαρού αντιπολιτευτικού λόγου θα αναδεικνύεται όλο και περισσότερο. Θα αποτελεί, όμως, παράλληλα και αφορμή για να έρχονται στον αφρό οι λαϊκιστές που διατρέχουν οριζόντια το πολιτικό σύστημα και με τη δράση και τον λόγο τους ενώνουν τα δύο άκρα.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Από τα πρώιμα μνημονιακά χρόνια και πριν από την εποχή του μεγάλου διχασμού που κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που υπήρξε επίσης ένα ιδιότυπο κράμα λαϊκισμού και συνεργασίας των δύο άκρων, η ίδια η χώρα ήταν αυτή που πλήρωσε πολύ ακριβά τα τερτίπια αυτών των λαϊκιστών.

Ήταν ακριβώς την εποχή που στο πολιτικό –και μη– λεξιλόγιο μπήκαν οι έννοιες των «Αγανακτισμένων», της «πάνω» και «κάτω» πλατείας και μύρια άλλα. Ήταν τότε που ντύθηκαν πολλοί με τον μανδύα του «αντιμνημονιακού», αλλά ακόμη και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ στη δεύτερη φάση της διακυβέρνησής του και παρά το «Όχι» στο δημοψήφισμα και τους… χορούς στο Σύνταγμα, ψήφισαν ασμένως τα μνημόνια για να σωθεί η χώρα που είχε βρεθεί στο χείλος του γκρεμού. Χάρη όμως στις δικές τους παλινωδίες, τις δικές τους πράξεις και τις δικές τους παραλείψεις.

Με άλλα λόγια, ήταν η εποχή που ο… ρομαντισμός ή η επικίνδυνη άγνοια, αν προτιμάτε, και οι επαναστατικές διακηρύξεις για τα μνημόνια που θα σκίζονταν και θα καταργούνταν «με έναν νόμο κι ένα άρθρο», έδωσαν τη θέση τους στον ρεαλισμό.

Έναν ρεαλισμό, ωστόσο, που υπαγορεύτηκε από το ένστικτο της πολιτικής αυτοσυντήρησης όλων αυτών που βρίσκονταν στην εξουσία και όχι από την ανάγκη να σωθεί η χώρα που είχε ήδη διχαστεί με τα τρολ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τη στοχοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών και μη προσώπων και τις δολοφονίες χαρακτήρων.

Τους θρέφει το μίσος

Είχαν προηγηθεί βέβαια τα «μαύρα» άκρα της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής με τα «τάγματα εφόδου», τα οποία ναι μεν δεν γεννήθηκαν στις «πάνω» και «κάτω» πλατείες, αλλά το κοινό σημείο που είχαν οι «Αγανακτισμένοι» που συγκεντρώνονταν σ’ αυτές και προέρχονταν είτε από την Αριστερά και την Ακροαριστερά είτε από την Ακροδεξιά ήταν το μίσος τους για το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα και η ανάγκη –όπως ισχυρίζονταν– να απαλλαγούμε με όποιο τρόπο απ’ αυτό…

Τα χρόνια πέρασαν βέβαια και μαζί περάσαμε σε μια κανονικότητα, ιδίως με τη διακυβέρνηση της ΝΔ από το 2019 κι έπειτα. Τα άκρα είναι όμως εδώ και μας θυμίζουν, δυστυχώς, αυτή τη σκοτεινή περίοδο. Και ναι μεν δεν υπάρχουν μνημόνια για να υπάρχουν «αντιμνημονιακοί», αλλά υπάρχουν οι λεγόμενοι «αντισυστημικοί».

Οι οποίοι κινούνται εκατέρωθεν στα πολιτικά άκρα, έχουν ανάλογο ή και ίδιο πολιτικό λόγο και σε κάθε περίπτωση τον ίδιο στόχο: να τελειώνουμε, όπως λένε, με το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα και τους εκφραστές του. Διότι, κατά τους ίδιους, δεν έχει σημασία τι λες και τι ιδέες πρεσβεύεις ή τι όραμα έχεις για το μέλλον και τι πρόγραμμα ως κόμμα, αλλά το μοναδικό που θα πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι να πάμε απέναντι στην εξουσία και στο σύστημα.

Να κάνουμε… επανάσταση, αδιαφορώντας για το αν αυτό μπορεί να φέρει τη χώρα χρόνια πίσω. Αν αυτό δηλαδή δεν είναι λαϊκισμός, τότε τι είναι; Το (διπλό) αποτέλεσμα των εκλογών του 2023 έδειξε ότι οι πολίτες είναι συνειδητοποιημένοι στην πλειονότητά τους. Τώρα;