Δια της προτεινόμενης αυτής ταύτης προστασίας του Εθνικού μας συμβόλου δια του Συντάγματος επιτυγχάνται μία καίρια δικαιοπολιτική τομή.
Είναι πρόδηλον ότι ενόψει της προτεινόμενης αναθεώρησεως του Συντάγματος, εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων, λαμβάνεται μέριμνα, το πρώτον μετά την μεταπολίτευση και το στέρεο Σύνταγμα του 1975, η Συνταγματική κατοχύρωση της Ελληνικής σημαίας, ως του διαχρονικού Εθνικού μας συμβόλου, ως δομικό στοιχείο της διαχρονικής μας εθνικής ιδιοπροσωπίας και πολιτισμικής μας ταυτότητας, τόσο για την Ελλάδα αλλά και αλλαχού δια τον μείζονα Ελληνισμό της διασποράς.
Είναι πασίδηλον και επιστημονικώς παραδεδεγμένο ο Χαρακτήρας του Συντάγματος μας καθίσταται ανυπερθέτως Χριστιανικά Ορθόδοξος, τούτο δε συνάγεται αιτιωδώς από το άρθρο 3, 14 παρ. 3, 16 παρ. 2, του Συντάγματος συν το γεγονός ότι αρχήθεν, όλα τα Συντάγματα ψηφίστηκαν εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδας όπως το Σύνταγμα της Επιδαύρου το 1822, του Άστρους το 1823, και της Τροιζήνας το 1827, επί Βαυαρών: 1832,1864,1911,1952, επί Δημοκρατίας : 1975,1986,2001,2008,2019, παρεκτός δύο Συνταγμάτων του ηγεμονικού εν έτει 1832 και του Δημοκρατικού εν έτει 1927.
Εις επίρρωσιν των ως άνω, η κεφαλίς του Συντάγματός μας, δηλονότι, η προμετωπίδα, κάνει μνεία περί του Τριαδικού Θεού, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, αποτελεί, εκ των ών ούκ άνευ, θεμελιώδη Συνταγματική μη αναθεωρητέα διάταξη, λόγω ότι ανήκει εις τον σκληρό πυρήνα, κατά το άρθρο 110 παρ. 1, λόγω της αυξημένης τυπικής ισχύος την οποία φέρει λόγω ότι έχει κανονιστική ισχύ ως οργανικό μέρος του συνόλου του Συντάγματος.
Συναφώς καθίσταται ιστορικώς γνωστό τοις πάσι ότι η προστασία της Ελληνικής Σημαίας, κατοχυρώνετο νομικώς και θεσμικώς έκπαλαι ήδη εκ της Ελληνικής επαναστάσεως και επισήμως τον Ιανουάριο του 1822 στην Α΄Εθνοσυνέλευση άχρι και του Νόμου 851/1978-ΦΕΚΑ- 233/22-12-1978 ρυθίζονται λυσιτελώς τα διαχρονικά ζητήματα περί της εθνικής σημαίας, των Πολεμικών Σημαιών και του Διακριτικού Σήματος του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Έτι περαιτέρω σημαία- ως εθνικό σύμβολο, υπό της Ποινικής Νομοθεσίας, αλλά αμιγώς ως κρατικό σύμβολο φορέας της κρατικής Πολιτειακής εξουσίας, πλήρως αποκεκομμένης από την ιστορία του έθνους, άρα λοιπόν, εάν κάποιος ρυπάνει, αλλοιώσει ή καύσει δημοσίως την Ελληνική σημαία, δεν λογίζεται ποινικό αδίκημα, όμως τούτο συμβαίνει, εξ αντιδιαστολής μόνον με τον αφαίρεση της Ελληνικής σημαίας από μία Κρατική υπηρεσία και πάλι υπό προϋποθέσεις και εξειδικεύω ακολούθως:
Το άρθρο 191 Α του Ποινικού Κώδικα υποβάθμισε το αδίκημα της προσβολής του εθνικού συμβόλου, ως κρατικό αμιγώς σύμβολο της πολιτειακής εξουσίας και επουδενί του έθνους (ως αυθύπρακη έννομη αξία και αγαθό, αποσυναρτημένη από την Κρατική οντότητα, δηλαδή ως αγαθό διαχρονικής πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας), ως είρηται ανωτέρω, το οποίο κολάζεται ποινικά ως έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης της δημοσίας τάξεως, μειώνοντας το εύρος της αξιοποίνου συμπεριφοράς της πράξης αυτής καθ’ εαυτής, υπό την έννοια ότι συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού, όχι λόγω οιαδήποτε μορφής δημόσιας μορφής ρύπανσης, παραμόρφωσης, καταστροφής ή αφαίρεσης του εθνικού μας συμβούλου αδιακρίτως και συλλήβδην υπό του εκάστοτε επίδοξου ανθέλληνος δράστη, αλλά μόνον, εάν και εφόσον αν, αποδειχθεί έκθεση σε κίνδυνο της δημόσιας τάξεως, ήτοι διασάλευση και διατάραξη των ήρεμης και ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των πολιτών, υπό την κυριαρχία του Κράτους.
Εν άλλοις λόγοις, εάν ο εκάστοτε, δόλιος, επίδοξος δράστης, εν γνώσει του πραμορφώσει και καταστρέψει το εθνικό σύμβολο δολίως και επί τω τέλει να εκδηλώσει το αβυσαλλέο μίσος ή περιφρόνηση κατά της Ελληνικής σημαίας, πλην όμως, εάν και εφόσον τούτο, δεν το πράττει, εν τω πλαισίω της κρατικής εξουσίας, δηλαδή να αφαιρέσει μία σημαία από ένα κρατικό όργανισμό (ήτοι Υπουργείο, Δήμο, Περιφέρεια, Δικαστήριο, Θεραπευτικό Κατάστημα, εν πάση περιπτώσει σε Θεσμικά Κρατική οντότητα και ουχί ιδιωτική, ή την σημαία, αυτή καθ’ αυτή ,ως αυτοτελές εθνικό σύμβολο), διασαλεύοντας την δημόσια τάξη, θέτοντας, εν άλλοις λόγοις, σε κίνδυνο αυτή, ή εισέτι και να το πράξει, δηλαδή να αφαιρέσει ή να καταστρέψει μία Ελληνική σημαία από ένα κτήριο πλην όμως αν το πράξει άνευ διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως η πράξη του αυτή, παραμένει ατιμώρητη-ακόλαστη, και ο δράστης παρά το γεγονός ότι έχει προσβάλλει εν τοις πράγμασι, απτώς, αναφανδόν, και εξ αντικειμένου, το εθνικό μας σύμβολο, ουδεμία κύρωση υφίσταται, λόγω ακριβώς διότι το δόγμα του ποινικού Νόμου, το οποίο θέσπισε, την εξής διάταξη προεβλέψε ταύτα, καταλείποντας ούτως ευρύ περιθώριο πολλαπλής καταφρονήσεως του εθνικού μας συμβόλου.
Συνελόντι ειπείν με άλλη διατύπωση, δεν προστεύεται η σημαία ως εθνικό σύμβολο, αλλά εάν καταστραφεί ενώ ίσταται σε κρατικό κτήριο και ο δράστης την υποστείλει ή την καύσει δημοσίως διασαλεύοντας την δημόσια τάξη, άλλως εάν το πράξει εν κρυπτώ και παραβύστω και διαφύγει ησύχως δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, διότι δεν έχει προκαλέσει διασάλυεση της δημοσίας τάξεως, τούτο σημαίνει, επομένως, βάσει των ανωτέρω, ότι ουδόλως ενδιαφέρει, άχρι σήμερον τον, μέχρι τούδε Νομοθέτη η προστασία της αιματοβαμμένης Ελληνικής σημαίας ως εθνικό σύμβολο εξ ιδρύσεως του Ελλαδική Κράτους μολονότι, συνδυάζει συμπελκτικώς πλην αρμονικώς, τους δομικούς Πυλώνες της ταυτότητας και της διαχρονίας του Πολιτισμού μας, ήτοι, εκ των ών ούκ άνευ, του Ελληνο-Χριστιανισμού.
Συμπερασματικώς δε, δια της προτεινόμενης αυτής ταύτης προστασίας του Εθνικού μας συμβόλου δια του Συντάγματος επιτυγχάνται μία καίρια δικαιοπολιτική τομή, προλειάνοντας το έδαφος και για την αναθεώρηση της ως άνω ποινικής διάταξης, η οποία λογίζεται κατά την υποκειμενική μου γνώμη, παρωχημένη, οιχομένη και ως μη ανταπκρινόμενη εις την διαχρονία της εθνικής μας συνειδήσεως αλλά και την προσάσπιση του εμβληματικού μας συμβόλου.
* Ο Χαράλαμπος Β Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Σ.τ.Ε, ανεξάρτητος βουλευτής