Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός, διότι εμφάνισε συγκεκριμένο και συγκροτημένο σχέδιο για την πορεία της χώρας.
Στις εθνικές εκλογές ψηφίζουμε κόμματα ίσως και προγράμματα. Κυρίως όμως οι πολίτες, στην πλειοψηφία τους, επιλέγουν το πρόσωπο που θα ηγηθεί της χώρας και θα κληθεί να διαχειριστεί τις τύχες όλων εντός και εκτός των τειχών.
Με απλά λόγια, αυτό που τίθεται ως διακύβευμα στις εκλογές είναι το πρόσωπο –και η ομάδα που θα το πλαισιώσει– που προσφέρει σταθερότητα, ασφάλεια και προοπτική σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, γεωπολιτικά αλλά και σε επίπεδο οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό η καταλληλότητα για πρωθυπουργός μπορεί, όταν πρωτοεφαρμόστηκε ως δείκτης στις δημοσκοπήσεις να αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις και να θεωρήθηκε ότι ευνοεί αυτόν που κατέχει ήδη τη θέση του πρωθυπουργού, εν τούτοις στην πορεία αποδείχθηκε πως τα πράγματα δεν είναι έτσι.
Ότι όσο μπορεί να θεωρηθεί ως δείκτης που ευνοεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό, τόσο εύκολα μπορεί να αναδειχθεί και ως δείκτης αρνητικός καταγράφοντας τις προθέσεις των πολιτών και την κρίση τους για το έργο που παράγεται και την ικανότητα ενός εκάστου αναφορικά με τη διαχείριση και την επίλυση προβλημάτων.
Για παράδειγμα, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανιζόταν ως καταλληλότερος για πρωθυπουργός μέχρι το 2016. Λίγο πριν αναλάβει την εξουσία και αφού την κατέκτησε σε δύο εκλογικές μάχες. Στις αρχές του 2016 τα πράγματα άλλαξαν. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας πέρασε μπροστά και από τότε παραμένει πρώτος στον δείκτη της καταλληλότητας όπως και η κυβερνώσα παράταξη παραμένει πρώτη σε όλες τις μετρήσεις.
Μέχρι σήμερα ο νυν πρωθυπουργός θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς είτε ηγούνται κομμάτων εντός Βουλής, είτε εκτός, είτε ετοιμάζονται να επανέλθουν στο πολιτικό προσκήνιο.
Θα μπορούσε να αποτελέσει και αντικείμενο υπόθεσης εργασίας, αφού συμπληρώνονται δέκα χρόνια που αυτό το σκηνικό επαναλαμβάνεται και καταγράφεται σε κάθε μέτρηση όλων των εταιρειών που πραγματοποιούν δημοσκοπήσεις.
Γιατί; Διότι, πριν εκλεγεί πρωθυπουργός, εμφάνισε ένα συγκεκριμένο και συγκροτημένο σχέδιο και ένα πρόγραμμα αναφορικά με την πορεία της χώρας με αρχή, μέση και τέλος. Με συγκεκριμένες προτάσεις και με λελογισμένες υποσχέσεις άμεσα συνδεδεμένες με τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας. Και διότι μετά τις εκλογές του 2019 άρχισε να υλοποιεί αυτό το πρόγραμμα μέχρι το 2023, που διεκδίκησε και έλαβε εκ νέου την εντολή από την κυβέρνηση.
Αν κάποιος καθίσει και καταγράψει τι είχε εξαγγείλει πριν από το 2019 και τι έκανε μετά, και τι εξήγγειλε το 2023, και τι υλοποιεί, θα διαπιστώσει ότι εν μέσω κρίσεων παγκόσμιων που έπληξαν και πλήττουν όλον τον πλανήτη και ειδικά την Ευρώπη, κατάφερε να δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας, ασφάλειας και προοπτικής.
Αυτό είναι που μετρούν οι πολίτες, αυτό είναι που δεν μπορούν να κατανοήσουν οι πολιτικοί αρχηγοί σύσσωμης της αντιπολίτευσης βρίσκοντας την εύκολη λύση των καταγγελιών κατά των δημοσκοπικών εταιρειών, αλλά και την εύκολη λύση μιας ρητορικής που καταγγέλλει και δημιουργεί συνθήκες τοξικότητας στο πολιτικό σκηνικό της χώρας την ώρα που οι πολίτες –η σιωπηρή πλειοψηφία– ζητούν προτάσεις –εφαρμόσιμες– και λύσεις για τα προβλήματά τους.
Αρκεί να σημειωθεί ότι η καταλληλότητα του σημερινού πρωθυπουργού υπερβαίνει ως αποδοχή τα όρια της Κεντροδεξιάς - Δεξιάς και διεισδύει στον χώρο του Κέντρου με ποσοστά μεγαλύτερα απ’ όλους όσοι εμφανίζονταν και επιχειρούν να εμφανιστούν ως οι πολιτικοί εκφραστές του.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».