Σαν σήμερα, στις 23 Ιουλίου 2018, γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, από μια αυλή στον Νέο Βουτζά ξεκίνησε μια πυρκαγιά που σε λιγότερο από τρεις ώρες θα μετέτρεπε το Μάτι σε νεκροταφείο.

Ο καπνός ήταν πολύ πυκνός και ένα νέφος καταστροφής και θανάτου απλώθηκε πάνω από τις ακτές της Ανατολικής Αττικής, πάνω από την Αττική, πάνω απ’ ολόκληρη την Ελλάδα.

Εκατόν τέσσερις άνθρωποι δεν πρόλαβαν να φύγουν.

Πέθαναν σε αυλές, σε αυτοκίνητα κολλημένα σε αδιέξοδα, με λιωμένα λάστιχα και λαμαρίνες, σε απόσταση αναπνοής από μια θάλασσα που θα τους έσωζε αν γνώριζαν τον δρόμο προς αυτή.

Δεκάδες ακόμη επέζησαν με εγκαύματα που δεν θεραπεύονται ποτέ.

Αλλα μέσα στις ψυχές τους και άλλα στα σώματά τους, σαν τις ανεξίτηλες στάμπες που αφήνουν οι συμφορές στις ζωές των ανθρώπων.

Οκτώ χρόνια μετά, δύο ξεχωριστές δικογραφίες παραμένουν ανοιχτές, μία νέα αναφορά εκκρεμεί στον Αρειο Πάγο για μια αμφισβητούμενη ταφή, και οι ευθύνες της τότε κυβέρνησης είναι Ερινύες που δεν ησυχάζουν.

Οι αιτίες της εκατόμβης και η έλλειψη σχεδιασμού

Το Μάτι δεν κάηκε επειδή η φύση αποφάσισε ξαφνικά να γίνει σκληρή.

Η πρόγνωση επικινδυνότητας ήταν ήδη στην ανώτατη κατηγορία από την προηγούμενη μέρα.

Το αίτημα για εναέρια υποστήριξη στάλθηκε καθυστερημένα σε σχέση με το πραγματικό μέγεθος του μετώπου.

Δεν υπήρχε σχέδιο εκκένωσης για μια περιοχή χτισμένη μέσα σε πευκόδασος χωρίς αντιπυρικές ζώνες, χωρίς οργανωμένους δρόμους διαφυγής, με στενά που κατέληγαν σε τοίχους αντί για ακτή.

Ο δαιδαλώδης ιστός των δρόμων, αποτέλεσμα δεκαετιών αυθαίρετης δόμησης που κανένας δήμαρχος, καμία κυβέρνηση και κανένα πολεοδομικό σχέδιο δεν τόλμησε ποτέ να τακτοποιήσει, έγινε ο μηχανισμός που παγίδεψε και εν τέλει έκαψε ζωντανούς τόσους ανθρώπους.

Η νύχτα του Συντονιστικού

Ενώ οι πρώτες μαύρες σακούλες μεταφοράς σορών είχαν ήδη μοιραστεί στα νοσοκομεία της Ανατολικής Αττικής, η πολιτική ηγεσία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ γνώριζε, σύμφωνα με το πόρισμα του ανακριτή, την ύπαρξη νεκρών τουλάχιστον από τις 18:36 εκείνης της ημέρας.

Ωρες αργότερα, κοντά στα μεσάνυχτα, ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συγκάλεσε τη γνωστή πλέον σύσκεψη στο Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων – μια σύσκεψη που δεν διαχειρίστηκε την τραγωδία σε εξέλιξη αλλά σκηνοθέτησε την εικόνα του ανθρώπου που ήθελε να δείξει ότι είχε τον έλεγχο, μόνο που ο έλεγχος είχε εξαφανιστεί.

Η δικαστική διαδρομή και οι αποφάσεις

Η δικαστική διαδικασία χρειάστηκε επτά χρόνια για να καταλήξει σε πρωτόδικη απόφαση και έφτασε στο Εφετείο το καλοκαίρι του 2025.

Το Τριμελές Εφετείο έκρινε ενόχους για ανθρωποκτονία από αμέλεια διά παραλείψεως και για σωματική βλάβη εννέα πρώην στελέχη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και της Πολιτικής Προστασίας καθώς και τον άνθρωπο από την αυλή του οποίου ξεκίνησε η φωτιά.

Οι παραλείψεις τους αφορούσαν, κατά περίπτωση, τη μη αξιοποίηση διαθέσιμων επίγειων και εναέριων μέσων, την καθυστερημένη ενημέρωση άλλων υπηρεσιών και την απουσία έγκαιρης προειδοποίησης των πολιτών για τον κίνδυνο.

Εντεκα κατηγορούμενοι, εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης, αθωώθηκαν, ανάμεσά τους και η Ρένα Δούρου, τότε περιφερειάρχης Αττικής και σήμερα πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος που έφτιαξε αλλά απογύμνωσε με εξευτελιστικό τρόπο ο Αλέξης Τσίπρας.

Το δικαστήριο απέρριψε επίσης το αίτημα να αναβαθμιστούν οι κατηγορίες σε κακούργημα, κρίνοντας πως δεν στοιχειοθετείτο ενδεχόμενος δόλος.

Εξω από το Εφετείο, οι συγγενείς κρατούσαν λευκά τριαντάφυλλα και άφησαν εκατόν είκοσι μαύρα μπαλόνια να υψωθούν στον ουρανό της Αθήνας, φωνάζοντας τα ονόματα των δικών τους ανθρώπων.

Στις 16 Σεπτεμβρίου, το Εφετείο καλείται να επανεξετάσει, έπειτα από απόφαση του Αρείου Πάγου, το ελαφρυντικό του «σύννομου βίου» που είχε αναγνωριστεί σε τρεις από τους καταδικασθέντες.

Οι συγγενείς έχουν ασκήσει έφεση για να μη μειωθούν περαιτέρω οι ποινές.

Οι 21 κατηγορούμενοι θα καθίσουν ξανά στο εδώλιο, οκτώ χρόνια μετά την τραγωδία.

Οι ξεχασμένοι εγκαυματίες

Υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά της υπόθεσης που σπανίως αναφέρεται με την ίδια ένταση: η δικαστική διαδικασία που αφορά ειδικά τους εγκαυματίες δεν έχει καν ξεκινήσει, οκτώ χρόνια μετά.

Ενενήντα άνθρωποι νοσηλεύτηκαν τότε σε πέντε νοσοκομεία.

Δεκαεπτά από αυτούς πέθαναν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους.

Ηταν η πρώτη φορά που το Εθνικό Σύστημα Υγείας κλήθηκε να διαχειριστεί μαζικά τόσους εγκαυματίες ταυτόχρονα, έχοντας σοβαρές ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό και υλικά αποκατάστασης.

Ο τάφος της Νέας Μάκρης

Λίγες μέρες πριν συμπληρωθούν οκτώ χρόνια, ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 προσέφυγε στον Αρειο Πάγο με αίτημα που αφορά το τι έγινε με τους νεκρούς μετά τη φωτιά.

Η αναφορά, συνοδευόμενη από φάκελο επίσημων εγγράφων, ζητά ποινική διερεύνηση για χώρο ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο της Νέας Μάκρης όπου, σύμφωνα με τους συγγενείς, ενδέχεται να έχουν ενταφιαστεί αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείμματα, πιθανώς ήδη ταυτοποιημένων θυμάτων.

Ο ιδιωτικός πόνος και η σιωπή

Υπάρχει μια παρατήρηση που έχει διατυπωθεί επανειλημμένα στον δημόσιο διάλογο τα τελευταία χρόνια και αξίζει να καταγραφεί χωρίς ωραιοποίηση: οι συγγενείς του Ματιού πέρασαν αυτά τα οκτώ χρόνια εγκλωβισμένοι στη δική τους μοναξιά.

Δεν υπήρξαν συλλαλητήρια στο μέγεθος που θα περίμενε κανείς για τη φονικότερη πυρκαγιά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Δεν υπήρξε πολιτικό κίνημα γεννημένο από την τραγωδία. Η θλίψη τους παρέμεινε, ως επί το πλείστον, ιδιωτική υπόθεση. Αυτό, βέβαια, δεν καθιστά τη μία τραγωδία σοβαρότερη από την άλλη, ούτε δικαιολογεί καμία σύγκριση στα μεγέθη του ανθρώπινου πόνου.