Τετραήμερη εργασία, 120 δόσεις, κοινωνική κατοικία και κρατική χρηματοδότηση συνθέτουν το νέο πακέτο υποσχέσεων του ΠΑΣΟΚ.

Στο συνέδριο «Ελλάδα 2030» ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε να παρουσιάσει το όραμά του για τη χώρα της επόμενης δεκαετίας, περιγράφοντας επτά μεγάλες προκλήσεις που, κατά την άποψή του, θα καθορίσουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Η παραγωγικότητα, το δημογραφικό, η ανταγωνιστικότητα, η ακρίβεια, το ιδιωτικό χρέος και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασής του.

Ωστόσο, πίσω από τις μεγάλες διακηρύξεις και τα φιλόδοξα συνθήματα, πολλοί δυσκολεύτηκαν να εντοπίσουν τις απαντήσεις σε ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό των προτάσεων που παρουσιάζονται; Διότι η πολιτική συζήτηση για το 2030 δεν κρίνεται μόνο από το τι υπόσχεται κανείς, αλλά κυρίως από το αν μπορεί να εξηγήσει πώς αυτά μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να επιστρέψει η χώρα σε λογικές που πλήρωσε ακριβά στο παρελθόν.

Και κάπου εδώ αρχίζει η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης. Γιατί είναι εύκολο να περιγράφεις μια ιδανική Ελλάδα του μέλλοντος. Είναι πολύ δυσκολότερο να παρουσιάζεις ένα σχέδιο που να συνδυάζει κοινωνική πολιτική, ανάπτυξη, δημοσιονομική σταθερότητα και ευρωπαϊκή αξιοπιστία χωρίς να καταφεύγει σε ευχάριστες αλλά αμφίβολης βιωσιμότητας υποσχέσεις.

Ποιος ποτίζει τα λεφτόδεντρα του ΠΑΣΟΚ;

Ακούγοντας την ομιλία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι για κάθε πρόβλημα υπάρχει και μια γενναιόδωρη κρατική παρέμβαση. Τετραήμερη εργασία, νέες κοινωνικές κατοικίες, κεφαλαιακή ενίσχυση αναπτυξιακών εργαλείων, αυστηρότερο πλαίσιο για τα funds, προστασία πρώτης κατοικίας, «πραγματικές» 120 δόσεις και ένα κράτος που θα χρηματοδοτεί, θα διορθώνει και θα παρεμβαίνει παντού. Το ερώτημα, όμως, παραμένει αμείλικτο: από πού θα βρεθούν οι πόροι για όλα αυτά; Και κυρίως, ποιο είναι το δημοσιονομικό κόστος των εξαγγελιών που παρουσιάζονται ως αυτονόητες λύσεις;

Ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση προκύπτει όταν το ΠΑΣΟΚ μιλά για παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, ενώ ταυτόχρονα επαναφέρει προτάσεις που θυμίζουν περισσότερο προεκλογικό κατάλογο παροχών παρά ολοκληρωμένο οικονομικό σχέδιο. Η Ελλάδα των μνημονίων μπορεί να ανήκει στο παρελθόν, αλλά η Ελλάδα των ανεξέλεγκτων υποσχέσεων είναι ακριβώς εκείνο το μοντέλο που οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδα. Οι πολίτες έχουν ακούσει πολλές φορές πολιτικούς να μιλούν για περισσότερα δικαιώματα, περισσότερες παροχές και περισσότερες διευκολύνσεις. Πολύ λιγότερες φορές έχουν ακούσει ποιος θα χρηματοδοτήσει όλα αυτά.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, πάντως, είναι ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης επέλεξε να παρουσιάσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη ευθύνης και προοπτικής, αλλά η δημόσια συζήτηση κατέληξε ξανά στις γνωστές συνταγές του πολιτικού λαϊκισμού. Όσο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποφεύγει να κοστολογήσει με σαφήνεια τις εξαγγελίες του, τόσο θα ενισχύεται η αίσθηση ότι πίσω από τα μεγάλα οράματα για το 2030 κρύβονται τα ίδια παλιά λεφτόδεντρα που η χώρα νόμιζε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της.