Το παρασκήνιο πίσω από τη σύγκρουση για τις ανεξάρτητες Αρχές δεν είναι απλώς άλλη μια κοινοβουλευτική διένεξη.

Είναι ένα επεισόδιο που αποκαλύπτει, με τρόπο σχεδόν ωμό, πώς το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται τον θεσμικό του ρόλο ως εργαλείο τακτικισμών και όχι ως εγγυητή σταθερότητας.

Η δημόσια καταγγελία της εκπροσώπου Τύπου της ΝΔ, Αλεξάνδρας Σδούκου, ότι ενώ υπήρξε συμφωνία για τη συγκρότηση των Ανεξάρτητων Αρχών στη συνέχεια αναιρέθηκε, δεν είναι απλή πολιτική αιχμή.

Αν ισχύει –και μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχει υπάρξει πειστική διάψευση–, τότε μιλάμε για καθαρό δείγμα πολιτικής αναξιοπιστίας, που διαβρώνει όχι απλώς τις διακομματικές συνεννοήσεις, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας της Βουλής.

Διότι οι ανεξάρτητες Αρχές δεν είναι πεδίο μικροκομματικών ελιγμών. Δεν είναι εργαλείο πίεσης για να εξυπηρετηθούν ευκαιριακές ισορροπίες. Είναι θεσμοί που απαιτούν συνέχεια, συνέπεια και –κυρίως– ειλικρίνεια.

Όταν ένα κόμμα εμφανίζεται να συμφωνεί στο παρασκήνιο και να υπαναχωρεί στο προσκήνιο, το πρόβλημα δεν είναι πολιτικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Το ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η εμφανής επιλογή του Νίκου Ανδρουλάκη να επενδύσει σε μια αντιπολιτευτική γραμμή που θυμίζει περισσότερο συγκυριακό συνασπισμό παρά συνεκτική στρατηγική.

Η συμπόρευση με την Πλεύση Ελευθερίας και άλλες δυνάμεις της λεγόμενης «δημοκρατικής αντιπολίτευσης» δεν προκύπτει από κοινό πρόγραμμα ή σαφείς αρχές. Προκύπτει από την ανάγκη πολιτικής επιβίωσης μέσα σε ένα τοπίο που αλλάζει και πιέζει.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: όταν η πολιτική γραμμή διαμορφώνεται με βάση το πού φυσάει ο άνεμος, οι συμφωνίες μετατρέπονται σε χαρτιά χωρίς αξία. Οι δεσμεύσεις γίνονται αναλώσιμες. Και οι θεσμοί μετατρέπονται σε παράπλευρη απώλεια.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο «υπεύθυνος δεύτερος πόλος». Όμως η εικόνα που εκπέμπει είναι αυτή ενός κόμματος που λέει άλλα στις κλειστές αίθουσες και άλλα στο δημόσιο πεδίο. Που υπογράφει συναινέσεις και τις αποσύρει όταν το πολιτικό κόστος φαίνεται δυσβάσταχτο. Που φλερτάρει με τη ρητορική της καταγγελίας, την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται τη θεσμική σοβαρότητα.

Η στάση αυτή δεν πλήττει μόνο την αξιοπιστία του ίδιου του κόμματος. Υπονομεύει και τη δυνατότητα οποιασδήποτε μελλοντικής συνεννόησης. Διότι ποιος μπορεί να εμπιστευτεί έναν συνομιλητή που εμφανίζεται να αλλάζει θέση από τη μια στιγμή στην άλλη;

Και ας μην υπάρχει αυταπάτη: η «δημοκρατική αντιπολίτευση» στην οποία επιλέγει να προσδεθεί το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ενιαίο μέτωπο αρχών. Είναι ένα μωσαϊκό αντιδράσεων, συχνά αντιφατικών, που συγκλίνουν μόνο σε ένα σημείο: την αντίθεση στη σημερινή κυβέρνηση.

Όταν αυτό γίνεται η μοναδική συγκολλητική ουσία, η πολιτική χάνει το περιεχόμενό της και μετατρέπεται σε άθροισμα αρνήσεων. Το παρασκήνιο, λοιπόν, δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία.

Και αν οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν πλήρως, τότε το ζήτημα δεν θα είναι αν το ΠΑΣΟΚ έκανε ένα λάθος. Θα είναι αν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος συνομιλητής σε ζητήματα που απαιτούν στοιχειώδη συνέπεια.

Γιατί στην πολιτική μπορείς να διαφωνείς. Μπορείς να συγκρούεσαι. Αλλά δεν μπορείς να παίζεις με τους θεσμούς σαν να είναι διαπραγματευτικό χαρτί. Εκεί τελειώνει η πολιτική και αρχίζει η κρίση εμπιστοσύνης.

Στο τέλος της ημέρας, το πρόβλημα δεν είναι μια αστοχία ή μια κακή εκτίμηση. Είναι η συνειδητή επιλογή ένα κόμμα, όπως το ΠΑΣΟΚ, να πατά σε δύο βάρκες, να συμφωνεί πίσω από κλειστές πόρτες και να το αναιρεί δημοσίως. Γι’ αυτό δεν μιλάμε για πολιτική τακτική αλλά για πολιτικό και θεσμικό κυνισμό.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν μπορεί να παριστάνει ταυτόχρονα τον εγγυητή σοβαρότητας και τον πρόθυμο συνοδοιπόρο μιας ευκαιριακής αντιπολίτευσης με σύμμαχο την Πλεύση Ελευθερίας.

Οι μάσκες πέφτουν. Και πίσω τους αποκαλύπτεται ένα κόμμα που θυσιάζει την αξιοπιστία του για λίγους πόντους πολιτικής επιβίωσης. Όποιος εργαλειοποιεί τους θεσμούς, στο τέλος καταρρέει μαζί τους. Και τότε δεν φταίνε ούτε το σύστημα ούτε οι συσχετισμοί. Φταίει η επιλογή.

Η στάση του Νίκου Ανδρουλάκη αποτυπώνει ένα μόνιμο εκκρεμές μεταξύ θεσμικής σοβαρότητας και τακτικισμού. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να αναζητεί ρόλο, αλλά συχνά καταλήγει να τον υπονομεύει το ίδιο, επιλέγοντας εύκολες αντιπολιτευτικές συγκλίσεις αντί για καθαρή στρατηγική. Έτσι, αντί να εδραιώνει αξιοπιστία, εγκλωβίζεται σε μια εικόνα πολιτικής αμφισημίας.