Στο ΠΑΣΟΚ τρέμουν την εικόνα της συναίνεσης με τη Νέα Δημοκρατία.

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική υποκρισία δεν χρειάζεται καν προσπάθεια για να αποκαλυφθεί. Αρκεί απλώς να καταγραφεί χρονολογικά.

Και στην υπόθεση των Ανεξάρτητων Αρχών, το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχουν φροντίσει να αφήσουν πίσω τους ένα απολύτως ευδιάκριτο αποτύπωμα αντιφάσεων, υπεκφυγών και επιλεκτικής θεσμικής ευαισθησίας.

Οι ημερομηνίες είναι αμείλικτες. Στις αρχές Ιανουαρίου του 2026, κρίσιμες Ανεξάρτητες Αρχές παραμένουν ακέφαλες επί μήνες, σε ορισμένες περιπτώσεις επί χρόνια. Η ΑΔΑΕ μετά την παραίτηση του Χρήστου Ράμμου. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Μενουδάκου.

Ο Συνήγορος του Πολίτη με θητεία παρατεταμένη άτυπα, σε μια γκρίζα θεσμική ζώνη που κανείς σοβαρός δεν μπορεί να θεωρεί κανονικότητα. Αυτή την εκκρεμότητα επιχειρεί να κλείσει η κυβέρνηση, επιδιώκοντας τη συνταγματικά προβλεπόμενη συναίνεση των 3/5 στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Όχι αιφνιδιαστικά, όχι μονομερώς, αλλά με διαδικασίες που προβλέπονται ρητά.

«Πολιτικά παζάρια»

Και εδώ ξεκινά η υποκρισία. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ξαφνικά ως αυστηρός θεματοφύλακας του συντάγματος, καταγγέλλοντας «πολιτικά παζάρια» και «καθοδήγηση διαδικασιών». Στοχοποιεί ευθέως τον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, επειδή τολμά να κάνει αυτό που ο ρόλος του επιβάλλει, να κινήσει τις διαδικασίες, να συγκαλέσει όργανα, να ζητήσει από τα κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Τα ερωτήματα είναι απλά. Αν όχι τώρα, πότε; Και αν όχι με αυτή τη διαδικασία, με ποια ακριβώς; Το ΠΑΣΟΚ δεν απαντά. Προτείνει μια ανοιχτή πρόσκληση ενδιαφέροντος, η οποία δεν προβλέπεται ούτε από το σύνταγμα ούτε από τον εκτελεστικό νόμο, και τη μετατρέπει σε απαράβατο όρο. Όχι σε πρόταση προς συζήτηση, αλλά σε πολιτικό βέτο.

Η πραγματική αιτία αυτής της στάσης είναι θεσμική και, κυρίως, βαθύτατα πολιτική. Στη Χαριλάου Τρικούπη τρέμουν την εικόνα της συναίνεσης με τη Νέα Δημοκρατία. Φοβούνται μήπως κατηγορηθούν ότι τα βρίσκουν, ακόμη κι όταν πρόκειται για συνταγματική υποχρέωση. Έτσι, προτιμούν το πάγωμα. Την παράταση της αδράνειας. Τη διαρκή αναβολή, βαφτισμένη «Αρχές» και «διαφάνεια».

Την ίδια στιγμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά ρητά επιτάχυνση των διαδικασιών, χωρίς μετωπική σύγκρουση, χωρίς αναζήτηση άλλων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Αυτό δεν λέγεται πολιτικός αιφνιδιασμός. Λέγεται θεσμική ευθύνη.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντίφασης. Από τη μία, δηλώνει υπέρ της συναίνεσης και της αξιοκρατίας. Από την άλλη, δηλώνει δημοσίως ότι «δεν ψηφίζει τίποτα μαζί με τη ΝΔ», ακόμη και όταν πρόκειται για διαδικασία που ο ίδιος είχε αρχικά εισηγηθεί ως πιο ανοιχτή και πλουραλιστική.

Ο πρόεδρος της Βουλής το είπε καθαρά. Η πρόταση για πολλαπλές υποψηφιότητες έγινε δεκτή. Υλοποιήθηκε. Υπάρχουν δεκάδες βιογραφικά. Και όμως, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να μπλοκάρει, μετατρέποντας την ίδια του την πρόταση σε πρόσχημα άρνησης.

Η ουσία είναι μία. Όταν οι Ανεξάρτητες Αρχές μένουν ακέφαλες, δεν πλήττεται η κυβέρνηση. Πλήττεται το κράτος δικαίου. Και όταν ένα κόμμα χρησιμοποιεί τους θεσμούς ως πολιτικό άλλοθι για να αποφύγει δύσκολες αποφάσεις, τότε δεν υπερασπίζεται τη δημοκρατία. Την εργαλειοποιεί.

Η αντιπαράθεση Κακλαμάνη-Ανδρουλάκη δεν είναι προσωπική. Είναι σύγκρουση δύο λογικών. Από τη μία, η ανάγκη λειτουργικότητας και ευθύνης. Από την άλλη, η επιλογή της καθυστέρησης στο όνομα μιας υποτιθέμενης θεσμικής καθαρότητας που ποτέ δεν ορίζεται με σαφήνεια.

Και όσο το ΠΑΣΟΚ επιμένει σε αυτό το ιδιότυπο blame game, τόσο καθίσταται σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι οι διαδικασίες. Είναι η πολιτική βούληση. Και αυτή, προς το παρόν, απουσιάζει ηχηρά από τη Χαριλάου Τρικούπη.