Σοβαρές ενδείξεις παραβίασης του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA) από την πλατφόρμα του TikTok διαπίστωσε προκαταρκτικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εστιάζοντας στον εθιστικό σχεδιασμό της εφαρμογής.

Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται λειτουργίες όπως η ατέρμονη κύλιση, η αυτόματη αναπαραγωγή βίντεο, οι ειδοποιήσεις push και το ιδιαίτερα εξατομικευμένο σύστημα συστάσεων περιεχομένου.

Όπως προκύπτει από τα ευρήματα της έρευνας, η Επιτροπή εκτιμά ότι το TikTok δεν έλαβε επαρκώς υπόψη βασικούς δείκτες καταναγκαστικής χρήσης της εφαρμογής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο χρόνος που περνούν οι ανήλικοι χρήστες στην πλατφόρμα κατά τις νυχτερινές ώρες, η συχνότητα ανοίγματος της εφαρμογής, καθώς και άλλα συμπεριφορικά δεδομένα που σχετίζονται με τον εθισμό.

Παράλληλα, τα υφιστάμενα μέτρα προστασίας που εφαρμόζει το TikTok όπως τα εργαλεία διαχείρισης χρόνου οθόνης και οι μηχανισμοί γονικού ελέγχου κρίνονται ανεπαρκή. Η έρευνα δείχνει ότι τα εργαλεία περιορισμού χρόνου χρήσης παρακάμπτονται εύκολα και δεν εισάγουν ουσιαστική «τριβή», με αποτέλεσμα να μην βοηθούν αποτελεσματικά τους χρήστες να ελέγξουν ή να μειώσουν τον χρόνο παραμονής τους στην πλατφόρμα.

Αντίστοιχα, οι γονικοί έλεγχοι εκτιμάται ότι δεν λειτουργούν αποτρεπτικά, καθώς απαιτούν πρόσθετο χρόνο, τεχνικές γνώσεις και ενεργό εμπλοκή από την πλευρά των γονέων για την ενεργοποίησή τους.

Στο στόχαστρο η «ατέρμονη κύλιση»

Σε αυτό το στάδιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι απαιτούνται παρεμβάσεις στον βασικό σχεδιασμό της υπηρεσίας. Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, εξετάζεται το ενδεχόμενο να ζητηθεί από το TikTok η απενεργοποίηση εθιστικών χαρακτηριστικών, όπως η ατέρμονη κύλιση μετά από συγκεκριμένο χρόνο χρήσης, η εφαρμογή ουσιαστικών διαλειμμάτων οθόνης –ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες– καθώς και τροποποιήσεις στο σύστημα συστάσεων περιεχομένου.

Τα πορίσματα της Επιτροπής παραμένουν προκαταρκτικά, με το TikTok να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει τον φάκελο της έρευνας και να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του.

Σε περίπτωση που οι αρχικές εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται να εκδώσει απόφαση μη συμμόρφωσης, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή προστίμου που θα φτάνει έως και το 6% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών της εταιρείας.