Τελικά θέλουμε σαν κοινωνία να μεγαλώνουμε παιδιά πάνω από μια οθόνη, ή θέλουμε να βιώσουν κάτι, έστω ελάχιστο από τα δικά μας παιδικά χρόνια στις αλάνες και στα πάρκα; 

Μέσα σε μια δεκαετία άλλαξε το σύμπαν. Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν με ένα κινητό στο χέρι και έναν κόσμο που χωράει σε οθόνη λίγων ιντσών. Εκεί μαλώνουν, αγαπούν, ζηλεύουν, γλεντούν, ακυρώνουν φιλίες. Οι παρέες λιγοστεύουν, τα βλέμματα σπάνε, η σιωπή γίνεται μόνιμη. Και κάπου εδώ τίθεται το ερώτημα: μπορούμε ακόμη να απαγορεύσουμε τα social media στα παιδιά κάτω των 16 ή έχει ήδη χαθεί το τρένο;

Η οθόνη δεν είναι ουδέτερη. Δεν “απασχολεί απλώς”, διαμορφώνει. Καλλιεργεί θυμό, σύγκριση, βιασύνη. Τα πρότυπα που προβάλλονται: επιθετικοί άντρες, γυναίκες που αυτοϋποτιμούνται τραγουδώντας στίχους που τις μειώνουν– γίνονται κανονικότητα. Αυτά είναι τα ερεθίσματα της εφηβείας. Κι ενώ κάποτε τα 10 χρονα έπαιζαν, μιλούσαν, βαριούνταν δημιουργικά, σήμερα «παίζουν» Roblox μόνα, με την ανοχή –ή την ανακούφιση– των γονιών. Είναι εύκολη λύση. Όχι όμως ακίνδυνη.

Ο εθισμός στα social media δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι μηχανισμός ντοπαμίνης, επανάληψης, ανάγκης. Όπως το αλκοόλ, όπως άλλες εξαρτήσεις. Αν, λοιπόν, ως κοινωνία συζητάμε την απαγόρευση, οφείλουμε να μιλήσουμε και για τη μετάβαση. Για τα παιδιά που έχουν ήδη εθιστεί. Για τη φροντίδα, τις δομές, την εκπαίδευση, τις εναλλακτικές.

Γιατί αλλιώς θα μεγαλώσουν άνθρωποι χωρίς κοινωνικές δεξιότητες, χωρίς προσωπική ζωή, καλούμενοι να τη χτίσουν από το μηδέν. Δεν είναι αργά. Αλλά δεν είναι και απλό. Και σίγουρα δεν γίνεται χωρίς ευθύνη – ατομική και κρατική.