Η συμφωνία ΗΠΑ- Ιράν, ανοίγει τον δρόμο για πετρέλαιο και πλοία, αλλά η εμπιστοσύνη στις θαλάσσιες διαδρομές παραμένει εύθραυστη.

Η αντίστροφη μέτρηση για την επανεκκίνηση μιας από τις σημαντικότερες ενεργειακές θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη έχει ξεκινήσει, με τις διεθνείς αγορές να προεξοφλούν αποκλιμάκωση μετά τη συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, αλλά τη ναυτιλιακή κοινότητα να κρατά στάση αναμονής. Τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου, βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς δεκάδες δεξαμενόπλοια περιμένουν να αποκατασταθούν οι ασφαλείς διελεύσεις. Παρά τη θετική αντίδραση στις τιμές ενέργειας και τις προσδοκίες για επιστροφή της εμπορικής κίνησης, οι κίνδυνοι από πιθανές αστοχίες στην εφαρμογή της συμφωνίας, οι ανησυχίες για την ασφάλεια της θαλάσσιας οδού και η επιφυλακτικότητα πλοιοκτητών και ασφαλιστών δείχνουν ότι η πλήρης ομαλοποίηση θα απαιτήσει χρόνο και αποδείξεις στην πράξη.

Η συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ προκάλεσε ανακούφιση στις αγορές και σημαντική πτώση στις τιμές του πετρελαίου. Ωστόσο, η επιστροφή στην κανονικότητα για τη διεθνή ναυτιλία και το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας μόνο δεδομένη δεν θεωρείται.

Οι εκτιμήσεις 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας ναυτιλιακών δεδομένων Kpler, η κυκλοφορία πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να ανακάμψει στο 50% περίπου των προπολεμικών επιπέδων μέσα στον πρώτο μήνα από την εφαρμογή της συμφωνίας, εφόσον δεν υπάρξουν σημαντικές εμπλοκές.

Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη αναμένεται να υπογράψουν επισήμως τη συμφωνία την Παρασκευή στην Ελβετία. Η συμφωνία προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού κατά του Ιράν.

Τα πρώτα πλοία που θα κινηθούν

Οι αναλυτές της Kpler εκτιμούν ότι η ημερήσια κίνηση πλοίων θα μπορούσε να αυξηθεί σταδιακά στα 40 πλοία ημερησίως, έναντι περίπου 100 διελεύσεων πριν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.

Πριν από την κρίση, περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά όταν το Ιράν άρχισε να στοχοποιεί δεξαμενόπλοια στις αρχές Μαρτίου, οδηγώντας μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυτιλίας εκτός της περιοχής.

Τα πρώτα πλοία που αναμένεται να περάσουν θα είναι τα πλήρως φορτωμένα δεξαμενόπλοια που έχουν εγκλωβιστεί στον Περσικό Κόλπο τους τελευταίους μήνες.

Σύμφωνα με την Kpler, περίπου 118 δεξαμενόπλοια βρίσκονται σήμερα στην περιοχή και θα μπορούσαν να εξέλθουν μέσα στις πρώτες 15 ημέρες από την εφαρμογή της συμφωνίας.

Οι αναλυτές προειδοποιούν, ωστόσο, ότι η έξοδος αυτού του στόλου αποτελεί ένα έκτακτο και προσωρινό φαινόμενο και δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως μόνιμη επιστροφή της ναυτιλιακής δραστηριότητας στα προπολεμικά επίπεδα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσα νέα πλοία θα θελήσουν να εισέλθουν στον Περσικό Κόλπο αφού εκκαθαριστεί το σημερινό συσσωρευμένο φορτίο.

Η αναμονή στον Κόλπο του Ομάν

Σημαντικός αριθμός δεξαμενόπλοιων παραμένει αγκυροβολημένος στον Κόλπο του Ομάν και στην Αραβική Θάλασσα περιμένοντας την ασφαλή επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού.

Ο επικεφαλής αναλυτής ναυλαγορών της Kpler, Ματ Ράιτ, εκτιμά ότι οι εισερχόμενες ροές δεξαμενόπλοιων στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσαν να αυξηθούν στα 12 πλοία ημερησίως μέσα στις πρώτες 30 ημέρες, δηλαδή περίπου στο 50% των προπολεμικών επιπέδων.

Παρά ταύτα, πολλοί πλοιοκτήτες παραμένουν επιφυλακτικοί. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, αρκετές εταιρείες θα προτιμήσουν να παρακολουθήσουν πρώτα τις αρχικές διελεύσεις πριν αποφασίσουν να επιστρέψουν στην περιοχή.

Η απουσία επιθέσεων και η επιβεβαίωση ότι δεν υπάρχουν ενεργά ναρκοπέδια θα αποτελέσουν βασικές προϋποθέσεις για την επιστροφή της εμπιστοσύνης.

Ανάλογη στάση αναμένεται να τηρήσουν και οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες θα αρχίσουν να μειώνουν τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου μόνο όταν αποδειχθεί στην πράξη ότι οι διελεύσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια.

Οι πλοιοκτήτες περιμένουν, αλλά οι κίνδυνοι παραμένουν

Ο διευθύνων σύμβουλος της Frontline, Λαρς Μπάρσταντ, εμφανίστηκε πιο αισιόδοξος, εκτιμώντας ότι η κίνηση πλοίων θα αυξηθεί πολύ γρήγορα μόλις υπογραφεί η συμφωνία.

Η εταιρεία διαχειρίζεται περίπου 80 δεξαμενόπλοια παγκοσμίως, εκ των οποίων πέντε παραμένουν εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο.

Παρά την αισιοδοξία, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαροί παράγοντες αβεβαιότητας.

Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν φαίνεται να ερμηνεύουν διαφορετικά ορισμένες πτυχές της συμφωνίας.

Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι τα πλοία θα μπορούν να διέρχονται δωρεάν από τα Στενά του Ορμούζ για διάστημα 60 ημερών και στη συνέχεια η διαχείριση θα περάσει σε Ιράν και Ομάν.

Αντίθετα, ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι η αμερικανική θέση προβλέπει μόνιμη ελεύθερη διέλευση χωρίς τέλη.

Ο φόβος των ναρκών

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το ζήτημα των ναρκών που φέρεται να έχουν τοποθετηθεί στην περιοχή.

Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ έχει υποβαθμίσει δημόσια τον κίνδυνο, ωστόσο ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε πρόσφατα στο Κογκρέσο ότι το Ιράν είχε ναρκοθετήσει μεγάλα τμήματα των Στενών του Ορμούζ.

Η διεθνής ναυτιλιακή ένωση BIMCO προειδοποίησε τη Δευτέρα ότι η απειλή των ναρκών εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή ανησυχία και χαρακτήρισε την περιοχή υψηλού κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα. Παρόμοιες προειδοποιήσεις έχουν διατυπωθεί και από ειδικούς ασφαλείας, οι οποίοι εκτιμούν ότι η πλήρης εκκαθάριση ναρκών μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες ή ακόμη και μήνες.

Ο επικεφαλής ασφάλειας της BIMCO, Γιάκομπ Λάρσεν, τόνισε ότι η έλλειψη λεπτομερειών γύρω από τη συμφωνία και το ιστορικό υπεραισιόδοξων διαβεβαιώσεων επιβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή.

Όπως σημείωσε, η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ευμετάβλητη και οι κίνδυνοι για τα πλοία εξακολουθούν να είναι σημαντικοί, παρά τη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Με άλλα λόγια, η συμφωνία μπορεί να άνοιξε τον δρόμο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, όμως η πραγματική επιστροφή στην κανονικότητα για τη ναυτιλία και τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές αναμένεται να είναι μια διαδικασία που θα απαιτήσει χρόνο, ασφάλεια και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.