Τα παραδείγματα από την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι πολλά, για να δείχνουν οι τότε πρωταγωνιστές σήμερα άλλους με το δάχτυλο.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Εγκλωβισμένοι στην ένδεια των θέσεων και των επιχειρημάτων τους στην αντιπολίτευση, συχνά επιστρατεύουν απίθανες θεωρίες περί «διαπλοκής» επιχειρηματιών που (υποτίθεται ότι) στηρίζουν την κυβέρνηση. Μια κακή, κατά τους ίδιους κυβέρνηση, η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες θεωρίες τους, παραμένει στην εξουσία ακριβώς επειδή συναλλάσσεται με τα συγκεκριμένα επιχειρηματικά και άλλα κέντρα και όχι επειδή συνέβη κάτι απλό και απολύτως πραγματικό: επειδή την ψήφισε ο λαός, και μάλιστα με ηχηρό τρόπο, σε τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, ήτοι το καλοκαίρι του 2019 και δις το 2023.
Τούτο αποτελεί συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας – τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Διότι εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε καθαρή εντολή να κυβερνήσει, τότε για ποιο λόγο στη διπλή εκλογική αναμέτρηση του 2023 η ΝΔ πήρε 40%-41% και το δεύτερο κόμμα ήταν στο 17%; Είναι αλήθεια η «διαπλοκή» και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων που διαμόρφωσαν το αποτέλεσμα; Ή όσες ανοησίες ακούστηκαν δυστυχώς και από χείλη στελεχών της αντιπολίτευσης κατά καιρούς για χειραγώγηση του εκλογικού αποτελέσματος;
Πριν όμως απαντήσει κάποιος σ’ αυτά τα ερωτήματα και δώσει προφανείς απαντήσεις, αξίζει να κάνει μία αναδρομή και να αναφερθεί στο παρελθόν όλων όσοι καταφεύγουν σε σενάρια συνωμοσίας περί «διαπλοκής». Και τούτο είναι διαχρονικό και δεν αναφέρεται μόνο τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ ή στην Αριστερά, αλλά και στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 κυβέρνησε τον τόπο με συγκεκριμένο τρόπο και με συγκεκριμένα πρόσωπα που όχι απλώς συνδέθηκαν, αλλά καταδικάστηκαν με αποδείξεις από τη Δικαιοσύνη για (πραγματική) διαπλοκή. Πρόκειται ασφαλώς για τον Ακη Τσοχατζόπουλο και την υπόθεση με τα «μαύρα ταμεία» για τα υποβρύχια, αλλά και παλαιότερα τον πρώην υπουργό Νίκο Αθανασόπουλο και την υπόθεση του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού.
Η ιστορία έχει γράψει άλλωστε τα περίφημα «Pampers» του Κοσκωτά που φέρονται να πηγαινοέρχονταν στην Εκάλη ή την περιβόητη ατάκα «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια» που είχε πει ο Ανδρέας Παπανδρέου για τον τότε διοικητή μεγάλου δημοσίου οργανισμού. Η… εμπειρία ωστόσο των στελεχών του ΠΑΣΟΚ σε όλα αυτά φαίνεται ότι ενέπνευσε και τον ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα δε την περίοδο κατά την οποία και στελέχη του ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκαν στην Κουμουνδούρου και όταν ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε πως πρέπει να μιμηθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ για να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα κόμμα εξουσίας.
Με αυτή τη λογική, πριν καλά καλά ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργαστεί με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου και ανέλθει στην εξουσία, μάθαμε για τη «γάτα των Ιμαλαΐων» και τις μυστικές συναντήσεις του κ. Τσίπρα με πανίσχυρο εκδότη – αν και είναι γνωστά επίσης όσα ακολούθησαν και τα παιχνίδια του τότε πρωθυπουργού και στενών συνεργατών του που οδήγησαν τον άλλοτε κραταιό δημοσιογραφικό οργανισμό στη χρεοκοπία και στο λουκέτο. Οι δε τηλεοπτικές άδειες και το… μεγαλοφυές σχέδιο ΣΥΡΙΖΑ με τη βούλα του «Ινστιτούτου της Φλωρεντίας» για τις τέσσερις τηλεοπτικές άδειες οδήγησε σε αποκαλύψεις για τα… βοσκοτόπια του αποκαλούμενου «κόκκινου εργολάβου» ή τον ρόλο του «λαγού» που δήλωσε ανοιχτά ότι του ζητήθηκε να παίξει έτερος επιχειρηματίας.
Οσο για την κατάτμηση των μεγάλων έργων και την προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να ελέγξει κατ’ αυτόν τον τρόπο και τις κατασκευαστικές εταιρείες, καλύτερα να μη γίνεται καν λόγος. Το ίδιο και για τους «χρυσούς χορηγούς» σήμερα των νεόκοπων πολιτικών κομμάτων, τους οποίους όλοι γνωρίζουν επί της ουσίας ποιοι είναι, αλλά και εκείνοι και τα πολιτικά πρόσωπα που είναι μπροστά παίζουν τον ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Ή, καλύτερα, θυμούνται το σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Είναι γνωστό όμως τοις πάσι ότι το τανγκό θέλει δύο για να το χορέψουν και από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι το τανγκό της διαπλοκής ξέρουν καλά να το χορεύουν οι ίδιοι που δείχνουν άλλους ότι, τάχα, τους δίδαξαν τα βήματα…