Σε παρατεταμένη πολιτική και κοινωνική αναταραχή βυθίζεται η Γαλλία, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις του Σαββάτου εξελίχθηκαν σε πεδίο σφοδρών συγκρούσεων, εμπρησμών και εκτεταμένων καταστροφών.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, η ακροδεξιά εκμεταλλεύεται τις εικόνες χάους για να εδραιώσει το αφήγημα ότι το γαλλικό κράτος απώλεσε οριστικά τον έλεγχο, την ώρα που η κυβέρνηση και η Αριστερά αλληλοκατηγορούνται για τα αίτια της κρίσης.
Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν με εστίαση στην κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης (ελλείψεις εκπαιδευτικών, υποχρηματοδότηση σχολείων) και γρήγορα συγχωνεύτηκαν με τη βαθιά λαϊκή αγανάκτηση για το κόστος ζωής, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και την υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών.
Σύμφωνα με τη Le Monde και το Associated Press, τουλάχιστον 550.000 διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικών, με τους διοργανωτές να αναφέρουν πολύ υψηλότερα νούμερα.
Παρότι η συντριπτική πλειονότητα διαδήλωσε ειρηνικά, ακραία επεισόδια ξέσπασαν σε μεγάλες πόλεις. Στη Λιμόζ πυρπολήθηκε το ιστορικό δημαρχείο, ενώ στο Παρίσι σημειώθηκαν εκτεταμένες λεηλασίες καταστημάτων και πυρπολήσεις οχημάτων.
Η κυβέρνηση απέδωσε τα έκτροπα σε οργανωμένους πυρήνες της άκρας Αριστεράς και σε ταραχοποιά στοιχεία, ενώ η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν επέρριψε την ευθύνη στη σκληρή κυβερνητική πολιτική, την κοινωνική εγκατάλειψη και την αστυνομική καταστολή.
Η Μαρίν Λεπέν και ο πρόεδρος του κόμματός της, Ζορντάν Μπαρντελά, έσπευσαν να τοποθετήσουν την ασφάλεια και τον νόμο στην κορυφή της ατζέντας.
Ο Μπαρντελά επισκέφθηκε αστυνομικό τμήμα στο Παρίσι, κάνοντας λόγο για δεκαετίες «επιείκειας απέναντι στην εγκληματικότητα» και αποδυνάμωσης των σωμάτων ασφαλείας.
Η Εθνική Συσπείρωση (RN) επιχειρεί να εμφανιστεί ως η μόνη αξιόπιστη δύναμη αποκατάστασης της δημόσιας τάξης και ως έτοιμη κυβερνητική εναλλακτική, απομακρυνόμενη από το παραδοσιακό περιθωριακό παρελθόν της, μολονότι οι θέσεις της περί μετανάστευσης και «εθνικής προτεραιότητας» συνεχίζουν να προκαλούν έντονες θεσμικές αντιδράσεις.
Σφυγμομέτρηση της Cluster17 για το Le Point (15 Οκτωβρίου) κατέγραψε τη Μαρίν Λεπέν στην πρώτη θέση με 31% στην πρόθεση ψήφου για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ακολουθούμενη από τον Ζαν-Λικ Μελανσόν (18%) και τον πρώην πρωθυπουργό Εντουάρ Φιλίπ (17%).
Η κοινωνική ανάφλεξη επιδεινώνει δραματικά τη θέση του Εμανουέλ Μακρόν στο τέλος της θητείας του.
Όπως μετέδωσε το Reuters στις 19 Οκτωβρίου, οι ταραχές εντείνουν τη νευρικότητα των διεθνών επενδυτών για τη γαλλική δημοσιονομική σταθερότητα, αυξάνοντας τις πιέσεις στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί εκκίνησε έκτακτο γύρο διαβουλεύσεων με συνδικάτα και κόμματα, ενώ εξετάζονται τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας (curfews). Ο Μακρόν απέρριψε την παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών, Λοράν Νουνιέζ, αξιώνοντας αυστηρή δικαστική τιμωρία των υπαιτίων.
Το κλίμα απέκτησε διεθνή αντίκτυπο μετά από τοποθετήσεις των Ντόναλντ Τραμπ και Τζέι Ντι Βανς, οι οποίοι συνέδεσαν τη γαλλική κρίση με τη μεταναστευτική πολιτική στην Ευρώπη, εκφράζοντας δημόσια υποστήριξη προς τη Λεπέν.
Το στοίχημα των επόμενων μηνών για τη Γαλλία παραμένει αν η πολιτική αντιπαράθεση θα μονοπωληθεί από τη στρατηγική της καταστολής και της ασφάλειας ή αν θα δοθούν ουσιαστικές λύσεις στις βαθύτερες οικονομικές ανισότητες που πυροδοτούν τη λαϊκή οργή.