Στην επίκαιρη ερώτηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Νίκου Ανδρουλάκη για την κυβερνητική πολιτική στον τομέα της ενέργειας απάτνησε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η ερώτηση, στο πλαίσιο της Ώρας του πρωθυπουργού, έχει τίτλο «Η κυβερνητική πολιτική στην ενέργεια τροφοδοτεί την ακρίβεια και θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας», αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης που προηγήθηκε, αναφέρθηκε στο ζήτημα μόλις έξι λεπτά, δείχνοντας το ενδιαφέρον που δίνει στα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες, όπως υπογράμμισε ο πρωθυπουργός, παίρνοντας το λόγο στη Βουλή.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκίνησε την ομιλία του εκφράζοντας τη θλίψη του για τον χαμό της δημοσιογράφου Αντιγόνης Πανέλλη.
Σήμερα δεν είμαστε όμηροι των πράσινων εργατοπατέρων
Επί του θέματος της ερώτησης του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και τη θέση του ότι τίθεται σε ζήτημα η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, ο πρωθυπουργός είπε ότι η Ελλάδα καλύπτει όλες τις ανάγκες της και εξάγει ρεύμα και σε άλλες χώρες. Υπογράμμισε δε τα ψέματα του Νίκου Ανδρουλάκη πως η Ελλάδα έχει το πιο ακριβό ρεύμα στην ΕΕ, καθώς -όπως είπε ο πρωθυπουργός- τα τιμολόγια είναι φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
«Ψεύδεται όταν λέει ότι στη χώρα μας έχουμε το ακριβότερο ρεύμα», είπε. Και συμπλήρωσε πως «σήμερα δεν είμαστε όμηροι των πράσινων εργατοπατέρων που κατέβαζαν τον διακόπτη όποτε ήθελαν», τονίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει να γίνει η ΔΕΗ η χρεοκοπημένη επιχείρηση που παρέλαβε η ΝΔ το 2019.
«Η Ελλάδα καλύπτει όλες τις ανάγκες της και παράλληλα εξάγει ρεύμα και προς πολλές χώρες. Και τα τιμολόγια των ελληνικών νοικοκυριών ήταν, το α’ εξάμηνο του 2025, 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντιλαμβάνομαι την υπερβολή ως στοιχείο του αντιπολιτευτικού σας οίστρου. Δεν δέχομαι, όμως, να διαστρεβλώνετε τα γεγονότα ή να αγνοείτε τον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς στην ενέργεια», είπε συγκεκριμένα ο πρωθυπουργός.
Το 2019 ήμασταν μακράν η πιο ακριβή χώρα στη χονδρική τιμή στην Ευρώπη
Ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε ότι οι τιμές ρεύματος στην Ευρώπη είναι πολύ υψηλότερες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και κατά μέσο όρο η χονδρική τιμή ρεύματος έχει διπλασιαστεί. «Το 2019 ήμασταν μακράν η πιο ακριβή χώρα στη χονδρική τιμή στην Ευρώπη», είπε. «Αυτή την περίοδο πήγε από τα 60 ευρώ στα 400 και η κυβέρνηση αντέδρασε. Δεν επέτρεψε να φτάσουν στα νοικοκυριά οι δυσθεώρατες αυξήσεις, επιβάλαμε έκτακτη φορολόγηση στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων και επιδοτήσαμε με αυτά τις τιμές του ρέυματος ώστε να μην φτάσουν στον καταναλωτή. Τον Ιανουάριο η μέση τιμή ήταν 109 στην Ελλάδα η μεγαβατώρα και στην Πολωνία 143», τόνισε ο πρωθυπουργός προσθέτοντας ότι «είναι διαφορετική η εικόνα από αυτή που υπήρχε στο παρελθόν.
Ο πρωθυπουργός θύμισε ότι «εμείς ήμασταν αυτοί που επιβάλαμε έκτακτη φορολόγηση στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων και δημιουργήσαμε απόθεμα που μας επέτρεψε να επιδοτήσουμε το ρεύμα ώστε οι δυσθεώρητες αυξήσεις να μην περάσουν στους καταναλωτές».
Δύο πυλώνες
Ο πρωθυπουργός ανέφερε στο σημείο αυτό ότι το μείγμα ενεργειακής πολιτικής που επιλέξαμε στηρίζεται σε δυο πυλώνες.
«Πρώτον, στη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, και δεύτερον στην επιλογή του φυσικού αερίου όταν δεν μπορούμε να καλύψουμε τη ζήτηση από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όχι ρωσικό αέριο, αλλά υγροποιημένο πιθανόν αμερικανικής προέλευσης, εφόσον οι τιμές είναι συμφέρουσες όπου θα καλύπτουμε τις υπόλοιπες ενεργειακές μας ανάγκες» σημείωσε ο κ. Μητσοτάκης. Και πρόσθεσε πως «περιμένουμε από τη ΔΕΗ να δούμε χαμηλότερες τιμές στην αγορά το επόμενο διάστημα» και πως μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης «θα βάλουμε λιγνίτη στο μείγμα». Για πρώτη φορά -τόνισε- το ενεργειακό ισοζύγιο είναι θετικό, αυτό σημαίνει ενεργειακή ασφάλεια, ανέφερε ο κ. Μητσοτάκης, λέγοντας πως «το 2019 ήμασταν οι πιο ακριβοί στη χονδρική σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη».
Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση πρόταξε τις επενδύσεις στην ενέργεια για να απολαμβάνουν τα νοικοκυριά χαμηλότερες τιμές ρεύματος. Όπως είπε, «έχουμε κάνει άλματα, αφού το 2019 οι επενδύσεις ήταν 400 εκατ. ευρώ και το 2024 έφτασαν το 1,5 δισ ευρώ», ενώ «η διασύνδεση των νησιών μας αποτελεί για μας προτεραιότητα και θα γίνουν επενδύσεις προς αυτή την κατεύθυνση».
Ιστορικές αλλαγές
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για ιστορικές οι αλλαγές στον τομέα της ενέργειας με την Ελλάδα να μην αρκείται μόνο σε ρόλο παρατηρητή αλλά να είναι βασικός συντελεστής της εξίσωσης που διαμορφώνει τον ενεργειακό χάρτη του αύριο.
Υπογράμμισε ότι στη χώρα μας έχουν γίνει άλματα στις επενδύσεις στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας.
Σήμερα, από ενεργειακό απολειφάδι, η χώρα μας έχει καταστεί σημαντικός πόλος ενεργειακής ασφάλειας, είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σημειώνοντας ότι «αυτά δεν έτυχαν, πέτυχαν».
Κλείνοντας την πρωτολογία του ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η σημερινή πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της συστηματικής επιλογής της κυβέρνησης να επενδύσει στις υποδομές του φυσικού αερίου. Η κυβέρνηση κατάφερε να δώσει σάρκα και οστά στον κάθετο διάδρομο και η Ελλάδα σήμερα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις στην περιοχή, ενώ συνδέει την ενεργειακή πολιτική με την εξωτερική της πολιτική, θωρακίζοντας τη χώρα όχι μόνο πολιτικά αλλά και ενεργειακά, τόνισε ο πρωθυπουργός.
Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού
Αναλυτικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε:
Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω εκφράζοντας εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας τη βαθιά μου θλίψη για την πρόωρη απώλεια της Αντιγόνης Πανέλλη, η οποία διακρίθηκε για το ήθος της και τον επαγγελματισμό της στη δημοσιογραφία. Πάλεψε μέχρι τελευταία στιγμή με απαράμιλλη αξιοπρέπεια, με δύναμη και αφήνοντας σε όλους μας ένα πολύτιμο μάθημα πείσματος και αγώνα. Ειλικρινά συλλυπητήρια στην οικογένειά της και στους οικείους της.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, ο κ. Ανδρουλάκης μου κατέθεσε μία ερώτηση, που πιστεύω ότι ενδιαφέρει πάρα πολύ τους Έλληνες πολίτες, σχετικά με την κυβερνητική πολιτική στην ενέργεια. Επέλεξε για την ερώτηση αυτή να αφιερώσει μόλις έξι λεπτά από τον χρόνο τον οποίον έχει στη διάθεσή του, καταδεικνύοντας ίσως τις προτεραιότητές του, το πώς αντιλαμβάνεται τα ζητήματα τα οποία απασχολούν τους πολίτες. Σε κάθε περίπτωση, κ. Ανδρουλάκη, εγώ θα σας απαντήσω στη δευτερολογία μου στα ζητήματα τα οποία θίξατε σχετικά με τη χθεσινή δικαστική απόφαση, αλλά θα αφιερώσω την πρωτολογία μου στο να απαντήσω στην ερώτησή σας, γιατί νομίζω ότι μας δώσατε, με την ευκαιρία αυτής της συζήτησης, μια πρώτης τάξης ευκαιρία να ενημερωθεί η Βουλή, αλλά και ο ελληνικός λαός, σε λίγο μεγαλύτερη λεπτομέρεια, για τις πραγματικά ιστορικές αλλαγές στον τομέα της ενέργειας.
Με την πατρίδα μας να μην αρκείται πια, όπως συνέβαινε μέχρι το 2019, σε έναν ρόλο παρατηρητή αυτών των δομικών μετασχηματισμών σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά να αποτελεί ήδη έναν βασικό συντελεστή της εξίσωσης που διαμορφώνει τον ενεργειακό χάρτη του αύριο. Ελπίζω, βέβαια, η πληροφόρηση, κ. Ανδρουλάκη, να ήταν ο σκοπός της πρωτοβουλίας σας, γιατί αν με αυτήν επιδιώκετε ένα ακόμα αντικυβερνητικό «πυροτέχνημα», επιλέξατε σίγουρα λάθος τερέν, λάθος χρόνο και, πάντως, λάθος επιχειρήματα.
Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ισχυρίζεστε σήμερα ενώπιον του ελληνικού Κοινοβουλίου ότι η πολιτική της κυβέρνησης στην ενέργεια «τροφοδοτεί την ακρίβεια» -προσέξτε τι λέτε στην ερώτησή σας, ότι η δική μας πολιτική «τροφοδοτεί την ακρίβεια»- και «θέτει σε κίνδυνο» -αυτό γράφετε- «την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας», όταν συμβαίνει, κ. Ανδρουλάκη, ακριβώς το αντίθετο. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα σήμερα καλύπτει όλες τις ανάγκες της και παράλληλα εξάγει και ρεύμα προς πολλές χώρες. Η Ελλάδα, την οποία εσείς παρουσιάζετε δήθεν ότι «κινδυνεύει η ενεργειακή της ασφάλεια». Από την άλλη πλευρά, μιλήσατε για τις τιμές του ρεύματος εξακολουθώντας να επαναλαμβάνετε το ψέμα, γιατί περί ψέματος πρόκειται, κ. Ανδρουλάκη, ότι «η Ελλάδα έχει το πιο ακριβό ή ένα από τα πιο ακριβά ρεύματα στην Ευρώπη». Τα τιμολόγια των ελληνικών νοικοκυριών, κ. Ανδρουλάκη, το πρώτο εξάμηνο του 2025 -και περιορίζομαι στο πρώτο εξάμηνο γιατί μέχρι εκεί έχουμε διαθέσιμα στοιχεία από την Eurostat- ήταν 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Καταθέτω τον σχετικό πίνακα στα πρακτικά για να ενημερωθείτε και να είστε πιο ακριβής.
Και δεν γίνεται, κ. Ανδρουλάκη, να θεωρείτε ελληνική μια διεθνή ενεργειακή κρίση, μια κρίση που όλοι ξέρουν ότι ξέσπασε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Και αντιλαμβάνομαι σε έναν βαθμό, πρέπει να πω, την υπερβολή ως ένα στοιχείο του αντιπολιτευτικού σας οίστρου. Δεν δέχομαι, όμως, να διαστρεβλώνετε πραγματικά δεδομένα και να αγνοείτε ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Και ακόμα, να αποσιωπείτε με ευκολία δεδομένα της εποχής, όπως ότι το κόστος των ρύπων έχει καταστήσει, κ. Ανδρουλάκη, πρακτικά παντελώς ασύμφορο τον λιγνίτη. Ο λιγνίτης -και να το ακούσουν, παρακαλώ πολύ, οι συνάδελφοι στην Εθνική Αντιπροσωπεία αλλά και όσοι μας ακούν- είναι σήμερα το πιο ακριβό καύσιμο το οποίο θα μπορούσε να καταναλώσει η χώρα για να παράγει ηλεκτρική ενέργεια. Άρα, στον βαθμό που η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, κ. Ανδρουλάκη, καθορίζεται από το πιο ακριβό καύσιμο το οποίο μπαίνει στο μείγμα, αυτό το οποίο εισηγείστε, με το να διατηρήσουμε ενεργά εργοστάσια παραγωγής ρεύματος από λιγνίτη, ουσιαστικά είναι η χώρα μας να πληρώνει πιο ακριβό ρεύμα απ’ αυτό το οποίο πληρώνει σήμερα.
Ας πούμε, λοιπόν, κάποιες μεγάλες αλήθειες. Οι τιμές, πράγματι, κ. Ανδρουλάκη, στην Ευρώπη συνολικά -και νομίζω το ξέρετε- είναι σήμερα πολύ υψηλότερες απ’ ότι ήταν προ της κρίσης, η οποία ξέσπασε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Στην Ευρώπη κατά μέσο όρο η χονδρική τιμή του ρεύματος έχει διπλασιαστεί από το 2019 μέχρι σήμερα. Κατά μέσο όρο. Το κόστος για τα νοικοκυριά στην Ευρώπη είναι περίπου κατά 50% ακριβότερο. Ποια είναι η κατάσταση εδώ; Όπως σας εξήγησα και σας έδειξα, αφού για καιρό συμβαδίζαμε περίπου με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Eurostat δείχνει τώρα μειωμένα οικιακά τιμολόγια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 21%. Ήμασταν το 2019 -δεν είναι εδώ συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ αλλά αξίζει να το θυμίσουμε- μακράν η πιο ακριβή χώρα στη χονδρική τιμή ενέργειας στην Ευρώπη.
Σε αυτή την περίοδο, η μέση τιμή της χονδρικής πήγε από τα περίπου 60 ευρώ κάποια στιγμή στα 400 ευρώ. Η κυβέρνηση ήταν αυτή η οποία τότε αντέδρασε, επιδοτώντας ουσιαστικά ένα μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης και μη επιτρέποντας οι δυσθεώρητες αυτές αυξήσεις να φτάσουν τελικά στους οικιακούς και στους επαγγελματικούς καταναλωτές. Τα θυμάστε αυτά, φαντάζομαι, κ. Ανδρουλάκη.
Εμείς ήμασταν αυτοί που επιβάλαμε έκτακτη φορολόγηση στα υπερκέρδη των εταιρειών παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Εμείς ήμασταν αυτοί που για δύο χρόνια επιβάλαμε έκτακτη φορολόγηση στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων. Και με αυτόν τον τρόπο δημιουργήσαμε ένα σημαντικό οικονομικό απόθεμα, το οποίο μας επέτρεψε να επιδοτήσουμε τις τιμές του ρεύματος έτσι ώστε αυτές οι δυσθεώρητες αυξήσεις να μην φτάσουν τελικά στον τελικό καταναλωτή.
Και να σας θυμίσω ότι, επειδή πολλές από αυτές τις αποφάσεις είναι και ευρωπαϊκές, ότι προσωπικά πρωταγωνίστησα στο αίτημα να τεθεί πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου, κάτι το οποίο έγινε με καθυστέρηση εννέα μηνών, από τη στιγμή που έγινε, όμως, είδαμε μία σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών του φυσικού αερίου. Είμαστε, λοιπόν, αυτή τη στιγμή στην ευχάριστη θέση, και αυτές είναι -αξίζει τον κόπο να δείτε, κ. Ανδρουλάκη, αυτόν τον πίνακα αν ενδιαφέρεστε πραγματικά για το τι γίνεται στην αγορά ενέργειας-, αυτές είναι οι μέσες τιμές της χονδρικής
Δείτε τον πίνακα τον οποίο κατέθεσα. Παρακαλώ δώστε τον πίνακα στον κ. συνάδελφο και στον κ. Ανδρουλάκη, φωτοτυπήστε τον, να δείτε πώς καταλήγουν τελικά στη λιανική αυτές οι τιμές. Να ξέρουμε για τι μιλάμε επιτέλους. Τον Ιανουάριο, μέση τιμή στην Ελλάδα 109 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στη γειτονική Βουλγαρία 149, στη Ρουμανία 151, στην Πολωνία 143. Είναι πια μία διαφορετική εικόνα απ’ αυτή η οποία υπήρχε στο παρελθόν.
Γιατί, θα μου πείτε, συμβαίνει αυτό; Θα σας εξηγήσω, κ. Ανδρουλάκη, γιατί συμβαίνει. Διότι το μείγμα ενεργειακής πολιτικής το οποίο επέλεξε αυτή η κυβέρνηση στηρίζεται βασικά σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας είναι η γρήγορη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μας μείγμα. Παραλάβαμε μία τραγική κατάσταση το 2019. Η διείσδυση των ανανεώσιμων έχει αυξηθεί σημαντικότατα, παράγουμε παραπάνω από το 50% των αναγκών μας σήμερα από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εκτιμούμε ότι αυτή η διείσδυση θα αυξηθεί ακόμα πολύ περισσότερο, συνοδευόμενη από συστήματα αποθήκευσης, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση, που θα μας δώσουν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση της ζήτησης του ηλεκτρικού ρεύματος.
Ταυτόχρονα, όμως, έχουμε κάνει, κ. Ανδρουλάκη, μία στρατηγική επιλογή, με την οποία υποθέτω ότι συμφωνείτε -θα ήθελα να τοποθετηθείτε στη δευτερολογία σας για το ζήτημα αυτό, γιατί είναι πραγματικά κρίσιμο- πως ό,τι δεν μπορούμε να καλύψουμε με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γιατί προφανώς, το ξέρουμε καλά, δεν έχουμε συνέχεια ήλιο και άνεμο, θα το καλύπτουμε με φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο αυτό δεν θα είναι πια ρωσικό φυσικό αέριο, γιατί η Ευρώπη έχει πάρει μία απόφαση να απεξαρτηθεί πλήρως από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027. Το φυσικό αέριο το οποίο θα εισάγουμε θα είναι υγροποιημένο φυσικό αέριο, κατά προτίμηση αμερικανικής προέλευσης, εφόσον οι τιμές είναι συμφέρουσες. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούμε να καλύπτουμε τις υπόλοιπες ενεργειακές μας ανάγκες και να φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε με αυτό το μείγμα, το οποίο η αλήθεια είναι ότι προέκυψε και ως αποτέλεσμα ευνοϊκών συνθηκών -είχαμε Ιανουάριο, Φεβρουάριο με πολύ άνεμο, με πολλά νερά, αυτό μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα υδροηλεκτρικά μας φράγματα χωρίς να ανησυχούμε για τα υδατικά αποθέματα το καλοκαίρι-, αυτό, λοιπόν, το μείγμα μας επέτρεψε να έχουμε αυτές τις χαμηλές τιμές. Θα περάσουν αυτές οι χαμηλές τιμές στη λιανική; Βεβαίως και θα περάσουν. Περιμένουμε από όλους τους «παίκτες», αλλά και από τη ΔΕΗ που είναι ο μεγάλος «παίκτης», που σε μεγάλο βαθμό δίνει και τον τόνο στην αγορά, να δούμε χαμηλότερες τιμές τον επόμενο μήνα.
Αυτό στο οποίο, όμως, πρέπει κάποια στιγμή, κ. Ανδρουλάκη, να συμφωνήσουμε, είναι εάν θεωρούμε ότι αυτή η βασική επιλογή της ενεργειακής πολιτικής της χώρας είναι σωστή. Ή θέλετε να βάζουμε και λιγνίτη στο μείγμα; Γιατί αν θέλετε να βάλουμε λιγνίτη στο μείγμα, το οποίο θα το κάνουμε μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, εάν κινδυνεύουμε πραγματικά ως προς τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού ρεύματος, τότε θα πρέπει να εξηγήσετε στους Έλληνες πολίτες γιατί ουσιαστικά τους ζητάτε να πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα από αυτό το οποίο πληρώνουν σήμερα.
Τι είπατε; Δεν είναι, δεν μπορεί να είναι φθηνότερη. Μα πώς είναι φθηνότερη σήμερα; Έχετε δει που είναι οι τιμές των ρύπων; Λοιπόν, κ. Ανδρουλάκη, επειδή ανησυχήσατε στην ερώτησή σας για την ενεργειακή αυτονομία, είπατε «θέτουμε σε κίνδυνο», «η πολιτική μας θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας», αυτό δεν είπατε; Για δείτε, λοιπόν, αυτόν τον πίνακα. Λοιπόν, εμπορικό ισοζύγιο στην ηλεκτρική ενέργεια: αρνητικό, αρνητικό, αρνητικό, αρνητικό, αρνητικό, αρνητικό, 2024 και 2025 για πρώτη φορά θετικό. Αυτή είναι η πολιτική που θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας; Καταθέτω τον συγκεκριμένο πίνακα στα πρακτικά. Η πολιτική μας αυτή οδηγεί σταδιακά σε χαμηλότερες τιμές χονδρικής. Όπως είπα, πέρυσι ήμασταν οι δέκατοι ακριβότεροι στη χονδρική, το 2024 ήμασταν οι έβδομοι, το 2019, επαναλαμβάνω, ήμασταν οι πιο ακριβοί στη χονδρική. Ναι, οι τιμές της χονδρικής ήταν πολύ χαμηλότερες, αλλά εμείς συγκρινόμαστε με την υπόλοιπη Ευρώπη, κ. Ανδρουλάκη, δεν κινούμαστε σε μία ενεργειακή «γυάλα», δεν είμαστε αυτόνομοι από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Γι’ αυτό και η ελληνική κυβέρνηση έχει προτάξει στη συζήτηση η οποία γίνεται στην Ευρώπη τις διασυνδέσεις και τις επενδύσεις στη δημιουργία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας σε πρώτη προτεραιότητα. Διότι, πράγματι, είναι λίγο παράξενο η Δυτική Ευρώπη και η Βόρεια Ευρώπη, οι πιο εύπορες χώρες, να απολαμβάνουν ιστορικά χαμηλότερες τιμές ρεύματος, από ό,τι η Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οποία είναι και πιο φτωχή από τον Βορρά και από τη Δυτική Ευρώπη. Άρα, αν θέλουμε πραγματικά να είμαστε ανταγωνιστικοί στην Ευρώπη συνολικά ως προς τις τιμές ρεύματος, κάτι το οποίο αποτελεί, θα έλεγα, και μία εθνική προτεραιότητα που συμβαδίζει απόλυτα με την ευρωπαϊκή ανάγκη για στήριξη της ανταγωνιστικότητας, πρέπει να προχωρήσουμε σε αυτές τις επενδύσεις.
Εμείς στη χώρα μας, ως προς τις επενδύσεις στα δίκτυα, έχουμε κάνει άλματα. Για δείτε λίγο και αυτή την εικόνα, κ. Ανδρουλάκη, εσείς που ανησυχείτε για την ενεργειακή επάρκεια και για την ενεργειακή μας πολιτική. Επενδύσεις σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, εγχώριες επενδύσεις. Για δείτε, κ. Ανδρουλάκη: το 2019 400 εκατομμύρια ευρώ, το 2024 1,5 δισ. ευρώ. Αυτές οι επενδύσεις μας επιτρέπουν αφενός να διασυνδέσουμε τα νησιά μας, να διασυνδέσουμε την Κρήτη, με τη μικρή και τη μεγάλη διασύνδεση, μία εξαιρετικά σημαντική επένδυση η οποία γίνεται από τον ΑΔΜΗΕ, έτσι ώστε να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε ότι η Κρήτη δεν θα είναι ένα «ενεργειακό νησί» που θα επιβαρύνει όλους τους υπόλοιπους καταναλωτές με πολύ ακριβές Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας.
Πρέπει να γνωρίζουν οι καταναλωτές ότι αυτό το οποίο βλέπουν στον λογαριασμό τους ως Υπηρεσία Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), δεν είναι τίποτα άλλο από την επιδότηση όλης της ηπειρωτικής Ελλάδας προκειμένου τα νησιά μας να πληρώνουν λογικές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος. Διότι αν χρεώναμε τα νησιά μας με βάση το κόστος της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από μαζούτ και ντίζελ, θα πλήρωναν τέσσερις και πέντε φορές ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια. Άρα, κάναμε πάρα πολύ σημαντικές επενδύσεις στο δίκτυο. Και φυσικά, αυτές οι επενδύσεις θα συνεχιστούν.
Θέσατε ένα ερώτημα στην ερώτησή σας, αλλά φτάσαμε στο σημείο η ερώτησή σας να ήταν πιο εκτενής από την τοποθέτησή σας. Αυτό είναι παράδοξο κοινοβουλευτικό, δεν το έχω ξαναδεί. Πιο πολλά είπατε στην ερώτησή σας απ’ ό,τι είπατε στην ομιλία σας. Κάνατε, όμως, μια ερώτηση για τον ΑΔΜΗΕ. Ο ΑΔΜΗΕ δεν πρόκειται, κ. Ανδρουλάκη, να ιδιωτικοποιηθεί. Εφόσον υπάρχει ανάγκη, που είναι πολύ πιθανό να υπάρχει ανάγκη αύξησης κεφαλαίου στον ΑΔΜΗΕ, προκειμένου να μπορέσει να υποστηρίξει αυτές τις πολύ σημαντικές επενδύσεις τις οποίες η χώρα πρέπει να κάνει προκειμένου να διασυνδέσει όλα τα νησιά με το ηπειρωτικό δίκτυο, η ελληνική πολιτεία θα συμμετέχει στο ποσοστό της και θα διατηρεί πάντα τον πλειοψηφικό χαρακτήρα στον ΑΔΜΗΕ, για να απαντήσω και σε αυτή την ερώτησή σας.
Πάμε τώρα, όμως, να δούμε τι γίνεται στην αγορά, διότι πάλι στην ερώτησή σας, δεν το αναφέρατε στην ομιλία σας, αφήσατε κάποια υπονοούμενα για τα έγχρωμα τιμολόγια και κατά το πόσον αυτά πραγματικά προωθούν ή δεν προωθούν τον ανταγωνισμό. Σήμερα στη χώρα μας στη λιανική έχουμε 13 μικρές και μεγάλες εταιρείες που προσφέρουν πάρα πολλά διαφορετικά πακέτα, από 9 λεπτά την κιλοβατώρα για οικιακούς καταναλωτές έως 12 λεπτά για επαγγελματίες. Και νομίζω ότι αυτό είναι κάτι το οποίο θέλουμε όλοι. Θέλουμε περισσότερο ανταγωνισμό στην αγορά. Τι θέλουμε, όμως, επίσης; Θέλουμε διαφάνεια και να βάλουμε μια τάξη στο χάος το οποίο επικρατούσε πριν καθιερωθούν τα χρωματιστά τιμολόγια. Άλλαζες προμηθευτή, πλήρωνες παραπάνω. Η σύγκριση -φαντάζομαι το θυμάστε, κ. συνάδελφοι- μεταξύ των διαφορετικών τιμολογίων ήταν πρακτικά αδύνατη. Τώρα έχει μπει μια τάξη στην αγορά. Και βέβαια, οφείλω να τονίσω ότι ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές κάνουν αυτό το οποίο συμβαίνει στην Ευρώπη. Επιλέγουν, δηλαδή, μπλε τιμολόγιο, σταθερά «κλειδωμένα» τιμολόγια για 12 ή και για 24 μήνες, προκειμένου να μην έχουν τη μηνιαία ανασφάλεια του πώς θα κινηθούν οι τιμές. Από εκεί που ελάχιστοι επέλεγαν τα μπλε τιμολόγια, τώρα σχεδόν οι μισοί οικιακοί καταναλωτές επιλέγουν να «κλειδώσουν» σταθερές τιμές. Και αυτό νομίζω ότι είναι μια ένδειξη υγείας και προόδου στην αγορά της λιανικής. Όπως επίσης εξαιρετικά σημαντικά είναι και τα πορτοκαλί τιμολόγια, τα οποία συνδέονται με τους «έξυπνους» μετρητές, οι οποίοι «έξυπνοι» μετρητές θα μπορούν να επιτρέπουν κυρίως στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν ενέργεια όταν αυτή θα είναι εξαιρετικά φτηνή ή ενδεχομένως και δωρεάν. Διότι αυτό το οποίο πρέπει να εξηγήσουμε στους πολίτες οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις λεπτομέρειες της αγοράς ενέργειας, είναι ότι πια σε ένα σύστημα το οποίο έχει πάρα πολλή ηλεκτρική ενέργεια η οποία παράγεται από φωτοβολταϊκά και αιολικά, η τιμή της ενέργειας μπορεί να τείνει στο μηδέν ή ενδεχομένως να είναι μέχρι και αρνητική τις μεσημεριανές ώρες. Εκεί που παλιά, λοιπόν, είχαμε το νυχτερινό, το οποίο ήταν το πιο φτηνό, το πιο φθηνό ρεύμα σήμερα και για τα επόμενα χρόνια στην πατρίδα μας θα είναι το μεσημεριανό ρεύμα. Αυτό, λοιπόν, επιτρέπει και στα νοικοκυριά αλλά και στις επιχειρήσεις να κάνουν έναν καλύτερο προγραμματισμό, έτσι ώστε τελικά να ωφελούνται από χαμηλότερες τιμές ρεύματος και να βοηθούν προφανώς και το σύστημα, απορροφώντας ζήτηση τις ώρες εκείνες που η παραγωγή είναι πάρα πολύ ισχυρή.
Για να το πω σχηματικά, είμαστε πλέον στην «πολυχρωμία» των φθηνότερων τιμολογίων, δεν είμαστε, κ. Ανδρουλάκη, στη μονοκρατορία των «πράσινων» εργατοπατέρων που κατέβαζαν όποτε ήθελαν τους διακόπτες, κρατώντας μία κοινωνία σε ομηρία.
Μιας και μιλήσατε για τη ΔΕΗ και τον κοινωνικό ρόλο της ΔΕΗ, ο κοινωνικός ρόλος ανήκει στο κράτος. Εάν το κράτος θέλει να επιδοτήσει τιμές ρεύματος, όπως το έκανε, δεν μπορεί να ζητήσει από μία εταιρεία να το κάνει, διότι φαντάζομαι ότι έχοντας θητεύσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωρίζετε ότι αυτό αντιβαίνει κατάφορα στις αρχές του ανταγωνισμού. Δεν φαντάζομαι να θέλετε να μετατρέψετε τη ΔΕΗ στη χρεοκοπημένη επιχείρηση την οποία εμείς παραλάβαμε το 2019. Διότι εκεί καταλήξαμε με αυτές τις πολιτικές. Και σήμερα η ΔΕΗ είναι μία επιχείρηση με οικονομική ευρωστία, είναι μία επιχείρηση η οποία επενδύει όχι μόνο στην ενέργεια αλλά και σε καινούργιες τεχνολογίες, όπως… (Ομιλία εκτός μικροφώνου) Πλυντήρια, κουζίνες; Επενδύει σε δίκτυα λιανικής, ναι. Γιατί σας ενοχλεί αυτό; Γιατί σας ενοχλεί αυτό, κ. Ανδρουλάκη; (Ομιλία εκτός μικροφώνου) Α, «με το αίμα του ελληνικού λαού γίνονται».
Να σας πω, δεν μετακομίζετε στο ΚΚΕ, σας παρακαλώ πολύ; Έχετε ταυτιστεί που έχετε ταυτιστεί απόλυτα με την αριστερά, να δω τι άλλο θα ακούσω πια σε αυτή την αίθουσα. Τι άλλο θα ακούσουμε; «Με το αίμα του ελληνικού λαού γίνονται αυτά». Μα τώρα είμαστε σοβαροί; Είστε σοβαροί; Αλλά, επειδή ο χρόνος πιέζει.
Ναι, κα Αποστολάκη, μην παίρνετε αυτό το οργισμένο ύφος. Αφήστε το αυτό για τις Εξεταστικές. Έρχομαι τώρα στο φυσικό αέριο, γιατί τελειώνει και ο χρόνος. Λοιπόν, δύο κουβέντες μόνο για το φυσικό αέριο. Το 2019 η χώρα εισήγαγε και κατανάλωνε περί τα 6 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Ό,τι έμπαινε στο σύστημα, το καταναλώναμε εμείς. Ήμασταν ένα ενεργειακό «απολειφάδι», θα έλεγα, στη γωνία της Ευρώπης, ένας ασήμαντος «παίκτης» στην ενέργεια. Σήμερα, ως αποτέλεσμα των πολιτικών αυτής της κυβέρνησης, από τη χώρα περνούν συνολικά 17 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου και η χώρα μας έχει καταστεί ένας σημαντικότατος πόλος ενεργειακής ασφάλειας για τα Βαλκάνια και για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτά, κ. Ανδρουλάκη δεν έτυχαν, πέτυχαν. Ήταν αποτέλεσμα συστηματικών επιλογών αυτής της κυβέρνησης, να επενδύσει στις υποδομές του φυσικού αερίου, από τη Ρεβυθούσα μέχρι τον αγωγό που συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, μέχρι το FSRU στην Αλεξανδρούπολη.
Και καταφέραμε μέσα σε λίγους μήνες να δώσουμε σάρκα και οστά στον Κάθετο Διάδρομο, με την Ελλάδα σήμερα να παίζει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να μην το βλέπετε, να μην το αναγνωρίζετε, ότι σήμερα η Ελλάδα μπορεί και συνδέει την ενεργειακή της πολιτική με την εξωτερική της πολιτική. Διότι προφανώς τα οφέλη από αυτή την ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας είναι πολλαπλά.
Και ναι -και να κλείσω την πρωτολογία μου με αυτό, κ. πρόεδρε-, όσο πιστεύουμε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, άλλο τόσο πιστεύουμε στην ανάγκη η χώρα να ερευνήσει εάν διαθέτει πραγματικά αποθέματα φυσικού αερίου τα οποία μπορεί να εκμεταλλευτεί. Και είναι αλήθεια και θέλω εδώ να δώσω έναν πόντο στον Γιάννη Μανιάτη, με τον οποίον έχω συνεργαστεί στο παρελθόν, ο οποίος στα πλαίσια της συγκυβέρνησης ξεκίνησε μία διαδικασία, ως μέλος, θέλω να θυμίσω, ως υπουργός μιας συγκυβέρνησης τότε Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ… (Ομιλίες εκτός μικροφώνου) Πιο πίσω, έχετε δίκιο σε αυτό. Αλλά η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε από αυτή την κυβέρνηση και για πρώτη φορά εδώ και 40 χρόνια θα υπάρχει ερευνητική γεώτρηση σε ελληνικά θαλάσσια τεμάχια, η οποία θα ξεκινήσει στις αρχές του 2027. Και αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη ότι αυτή η κυβέρνηση υπερασπίζεται στην πράξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, θωρακίζει τη χώρα όχι μόνο γεωπολιτικά, αλλά και ενεργειακά.


