Με θετική ατζέντα, που στόχο έχει την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, πηγαίνει στο επόμενο Υπουργικό Συμβούλιο η Νίκη Κεραμέως.

Στο Υπουργικό Συμβούλιο, που είναι προγραμματισμένο για τα τέλη Μαρτίου, θα αποκαλυφθούν οι προθέσεις της κυβέρνησης για τις αυξήσεις σε κατώτατο, επιδόματα και κλαδικούς μισθούς. Τότε θα υποβληθεί η εισήγηση της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως, η οποία, υλοποιώντας τη δέσμευση του πρωθυπουργού, επιδιώκει το 2027 ο κατώτατος μισθός να είναι 950 ευρώ μεικτά.

Ήδη, ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την επόμενη αύξησή του, η οποία θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου κύκλου εισοδηματικών παρεμβάσεων για τα έτη 2026-2027.

Η Νίκη Κεραμέως θα παρουσιάσει στο Υπουργικό Συμβούλιο την τελική εισήγηση για το ύψος της αύξησης, αφού ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους, η οποία κινείται σε ένα πλαίσιο ισορροπίας: από τη μία, η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και από την άλλη, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Περιγράφοντας τη διαδικασία, η Νίκη Κεραμέως εξήγησε ότι «βρίσκεται σε εξέλιξη, με τους κοινωνικούς εταίρους να καταθέτουν προτάσεις και τεκμηρίωση έως τον Μάρτιο. Στο τέλος του μήνα θα κατατεθεί εισήγηση στο Υπουργικό Συμβούλιο, με εφαρμογή από 1η Απριλίου», διευκρινίζοντας ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν «πάρα πολλά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας», όπως ο ρυθμός ανάπτυξης και οι αντοχές των επιχειρήσεων.

Με αφορμή δε ότι ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει φτάσει τα 1.516 ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο των 1.500 ευρώ, η υπουργός Εργασίας τόνισε ότι σχεδόν οκτώ στους δέκα εργαζόμενους απασχολούνται πλέον σε θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ έχουν δημιουργηθεί 560.000 νέες θέσεις εργασίας.

Η κυβερνητική δέσμευση παραμένει σαφής: ο κατώτατος μισθός να διαμορφωθεί στα 950 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, το 2027. Παράλληλα, η αύξησή του δεν αφορά μόνο όσους αμείβονται με αυτόν. Συμπαρασύρει προς τα πάνω μια σειρά επιδομάτων και παροχών –από το επίδομα ανεργίας έως τα επιδόματα μητρότητας, γονικών αδειών και εποχικών βοηθημάτων– ενισχύοντας ευρύτερα το διαθέσιμο εισόδημα.

Εισηγήσεις φορέων

Οι προτάσεις των φορέων αποτυπώνουν το εύρος των προσεγγίσεων:

Τράπεζα της Ελλάδος εισηγείται αύξηση έως 4%, με γνώμονα τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα.

-Το ΙΟΒΕ τοποθετεί την αύξηση μεταξύ 2,5% και 3,5%.

-Το ΚΕΠΕ προτείνει εύρος 3,5%-5%.

-Το ΙΝΣΕΤΕ κινείται στο 4%.

ΣΕΒ εισηγείται 3%-3,5%, σε συνδυασμό με μέτρα όπως η μείωση εισφορών και η ενεργειακή στήριξη.

ΓΣΕΒΕΕ προτείνει 3,5%-4%.

ΕΣΕΕ εισηγείται 3,6%.

ΓΣΕΕ ζητά κατώτατο μισθό στα 1.052 ευρώ.

Το τελικό ποσοστό θα αποτελέσει προϊόν στάθμισης των δεδομένων και των εισηγήσεων σε μια περίοδο όπου η οικονομία αναζητά σταθερή αναπτυξιακή τροχιά με κοινωνικό αποτύπωμα.

Παράλληλα, ο πρόσφατος νόμος για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας δημιουργεί ένα νέο θεσμικό περιβάλλον. Η επαναφορά της μετενέργειας, η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, η μείωση του ποσοστού εργοδοτικής συμμετοχής για την επέκταση συμβάσεων και η υποχρεωτική εφαρμογή τους σε κλαδικό επίπεδο, όταν συνυπογράφονται από τους Εθνικούς Κοινωνικούς Εταίρους, ενισχύουν τον ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η επόμενη απόφαση για τον κατώτατο μισθό δεν θα είναι απλώς μια αριθμητική μεταβολή. Θα δώσει σήμα για τη συνολική κατεύθυνση της εισοδηματικής πολιτικής της επόμενης διετίας με στόχο τη στήριξη της εργασίας, της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.

Σε κάθε περίπτωση, η νέα αύξηση του κατώτατου θα αποτελέσει ένα ακόμα πραγματικό βήμα στη μάχη για την ενίσχυση των εισοδημάτων των νοικοκυριών μέσα σε μια εποχή που η ακρίβεια και η στασιμότητα ροκανίζουν καθημερινά το διαθέσιμο εισόδημα.