Η Ελλάδα αποτελεί σήμερα μία από τις ελάχιστες θετικές δημοσιονομικές εξαιρέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς εξήλθε από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, κατέγραψε πλεόνασμα το 2024 και συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε κρατών-μελών με θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα την περίοδο 2023-2025, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της Ελλάδας και της ΕΕ.
Η νέα μελέτη πολιτικής με τίτλο «Δημοσιονομικές Προκλήσεις και Προοπτικές: Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση», που υπογράφουν οι ερευνητές του ΚΕΦΙΜ Χρήστος Λούκας και Ίων Βαλλιάνος, εξετάζει τη δημοσιονομική πορεία της χώρας για την περίοδο 2026-2029, καθώς και τις προεκτάσεις της συζήτησης για νέο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034.
ΚΕΦΙΜ: Αναγνώριση της προόδου της Ελλάδας μετά την κρίση
Η μελέτη καταγράφει ότι η ελληνική οικονομία έχει πετύχει μια εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή τα τελευταία χρόνια. Από έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ το 2009, η χώρα πέρασε σε πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ το 2024, ενώ κατά την περίοδο 2023-2025 συγκαταλέγεται μαζί με τη Δανία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία στις μοναδικές χώρες της ΕΕ με θετικό μέσο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, εξέλιξη που σημειώνεται για πρώτη φορά μετά την οικονομική κρίση και αποδίδεται στη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, στη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς και στη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντική αναγνώριση της προόδου που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια και ενισχύει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας, με θετικές επιδράσεις στο κόστος δανεισμού, στις επενδύσεις, στην ανάπτυξη και στην απασχόληση.
Ανησυχία για χρέος και νέο δανεισμό στην Ευρώπη
Παρά τη θετική πορεία της Ελλάδας, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε κυρίως στην ενίσχυση των δημοσίων εσόδων, ενώ η περίοδος 2026-2029 αναμένεται να συνοδευτεί από αυξημένες συνταξιοδοτικές δαπάνες, υψηλές αμυντικές υποχρεώσεις και περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας.
Την ίδια στιγμή, η συνολική εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει προβληματική. Το συνολικό δημόσιο χρέος της ΕΕ-27 ανέρχεται στο 81,7% του ΑΕΠ, σχεδόν τα μισά κράτη-μέλη υπερβαίνουν το όριο του 60% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ενώ 22 από τις 27 χώρες κατέγραψαν δημοσιονομικά ελλείμματα την περίοδο 2023-2025.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο λεγόμενο «κρυφό χρέος», δηλαδή στις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις που δεν καλύπτονται από αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι υποχρεώσεις αυτές αντιστοιχούν στο 403% του ΑΕΠ για την Ελλάδα, στο 429% για την Ιταλία και στο 496% για την Ισπανία.
Η μελέτη εκφράζει επίσης επιφυλάξεις για την περαιτέρω επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, διαφάνειας, λογοδοσίας και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των πόρων. Όπως σημειώνεται, ο κίνδυνος είναι οι νέοι κοινοί πόροι να κατευθυνθούν σε βραχυπρόθεσμες δαπάνες και παροχές αντί για παραγωγικές επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα, οι συντάκτες εκτιμούν ότι το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η έλλειψη πόρων αλλά η ανεπαρκής αξιοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων. Η ΕΕ εμφανίζει υστέρηση ύψους 19,7 τρισ. ευρώ έναντι των ΗΠΑ στις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις, γεγονός που περιορίζει τη χρηματοδότηση των επενδύσεων μέσω των κεφαλαιαγορών.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, χαρακτήρισε την έξοδο της Ελλάδας από τη λίστα των μακροοικονομικών ανισορροπιών ως μια σημαντική επιτυχία που επιβεβαιώνει την πρόοδο των τελευταίων ετών. Παράλληλα τόνισε ότι η διατήρηση αυτής της πορείας απαιτεί δημοσιονομική υπευθυνότητα, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων, ώστε η σημερινή πρόοδος να μετατραπεί σε βιώσιμη ανάπτυξη για τα επόμενα χρόνια.
Η μελέτη αποτελεί μέρος της έκδοσης «An Alternative EU Budget» του EPICENTER