Τα επικαιροποιημένα στοιχεία του Δείκτη Εφαρμογής Προεκλογικού Προγράμματος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) καταγράφουν μια πολιτική πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί.

Τρία χρόνια μετά τις εκλογές του 2023, το 91,6% των ελέγξιμων προεκλογικών δεσμεύσεων της κυβέρνησης είτε έχει ήδη υλοποιηθεί είτε βρίσκεται σε εξέλιξη. Πρόκειται για ένα ποσοστό πρωτόγνωρο για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα και μια επίδοση που αναδεικνύει τη σημασία της πολιτικής συνέπειας σε μια χώρα όπου επί δεκαετίες οι προεκλογικές εξαγγελίες συχνά έμεναν στα χαρτιά.

Σύμφωνα με την αξιολόγηση του ΚΕΦΙΜ, το 20,5% των δεσμεύσεων έχει εφαρμοστεί πλήρως, το 28,8% έχει εφαρμοστεί μερικώς, ενώ ακόμη ένα 42,3% βρίσκεται σε εξέλιξη. Συνολικά, 143 από τις 156 ελέγξιμες δεσμεύσεις έχουν υλοποιηθεί ή προχωρούν με συγκεκριμένες δράσεις και χρονοδιαγράμματα. Ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις καταγράφονται στην Άμυνα και την Εξωτερική Πολιτική, στην Παιδεία και στην Οικονομία, δηλαδή στους τομείς που βρέθηκαν στο επίκεντρο του κυβερνητικού σχεδιασμού από την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας της Νέας Δημοκρατίας.

Η σημασία αυτών των αριθμών γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν θυμηθεί κανείς το πολιτικό περιβάλλον των εκλογών του 2023. Οι πολίτες δεν ψήφισαν απλώς πρόσωπα ή συνθήματα. Κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις διακυβέρνησης και σε δύο συγκεκριμένα κυβερνητικά προγράμματα.

Από τη μία πλευρά βρισκόταν το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, συνολικού κόστους 9,1 δισεκατομμυρίων ευρώ για την τετραετία 2023-2027, με ετήσιο δημοσιονομικό αποτύπωμα περίπου 2,2 έως 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ένα πρόγραμμα που προέβλεπε αυξήσεις μισθών και συντάξεων, φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες και επαγγελματίες, ενίσχυση του ΕΣΥ και νέα στήριξη των πιο αδύναμων, χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση η δημοσιονομική σταθερότητα, η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Από την άλλη πλευρά βρισκόταν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο το κόμμα το κοστολογούσε στα 22 έως 23 δισεκατομμύρια ευρώ για την τετραετία, ενώ το οικονομικό επιτελείο της τότε κυβέρνησης υποστήριζε ότι το πραγματικό κόστος θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 83 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος τετραετίας. Η διαφορά δεν ήταν μόνο αριθμητική. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν ταυτόχρονα σημαντικές αυξήσεις μισθών, επαναφορά της 13ης σύνταξης, επιστροφή αναδρομικών, μεγάλες μειώσεις φόρων και ΦΠΑ, μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα και δραστική αύξηση των κρατικών δαπανών για υγεία και παιδεία. Το μεγάλο ερώτημα ήταν τότε ποιος θα χρηματοδοτούσε αυτές τις δεσμεύσεις και με ποιον τρόπο θα διατηρούνταν η δημοσιονομική ισορροπία της χώρας.

Οι πολίτες έκριναν, συνέκριναν και επέλεξαν. Και σήμερα βλέπουν ότι το πρόγραμμα που υπερψηφίστηκε δεν έμεινε στις προεκλογικές αφίσες. Υλοποιείται. Αυτό είναι και η πιο ηχηρή απάντηση σε όσους επιμένουν να ισχυρίζονται ότι η κυβέρνηση δεν παράγει έργο. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Η άρνηση όμως των πραγματικών δεδομένων δεν συνιστά σοβαρή αντιπολίτευση.

Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκεται και η πολιτική φερεγγυότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όχι επειδή όλα έγιναν χωρίς δυσκολίες ή επειδή δεν υπάρχουν ακόμη ανοιχτά μέτωπα. Αλλά επειδή αποδεικνύεται ότι υπάρχει σαφής σύνδεση ανάμεσα στις προεκλογικές δεσμεύσεις και στις κυβερνητικές πράξεις.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά δύσκολη την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ως δήθεν φορέα μιας νέας πολιτικής πρότασης. Οι πολίτες θυμούνται πολύ καλά το 2015. Θυμούνται τις υποσχέσεις για κατάργηση των μνημονίων με έναν νόμο και ένα άρθρο, τις διαβεβαιώσεις που κατέρρευσαν μέσα σε λίγους μήνες, το δημοψήφισμα που οδήγησε σε μια θεαματική πολιτική κυβίστηση και τελικά στο τρίτο μνημόνιο. Η σύγκριση λοιπόν δεν γίνεται ανάμεσα σε πρόσωπα. Γίνεται ανάμεσα στην πολιτική συνέπεια και στην πολιτική αυταπάτη. Και τα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ δείχνουν με σαφήνεια ποια από τις δύο έπεισε τελικά τους πολίτες.