«Δεν μπορεί η λογική να είναι “112 και καθαρίσαμε”», δήλωσε με κάθε θράσος και κυνικότητα ο Αλέξης Τσίπρας, προσθέτοντας ότι η έγκαιρη εκκένωση κατοικημένων περιοχών δεν αρκεί.
Χρειάζεται πράγματι περίσσευμα πολιτικού θράσους και πρωτοφανής κυνισμός για να εμφανίζεται ως αυτόκλητος τιμητής της προστασίας της ανθρώπινης ζωής εκείνος που το όνομά του έχει συνδεθεί αμετάκλητα και ανεξίτηλα με την τραγικότερη σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας εν καιρώ ειρήνης.
Ντράπηκε η ντροπή
Η αφορμή για αυτήν τη θλιβερή διαπίστωση δόθηκε ξανά από τις πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος έκρινε σκόπιμο να ασκήσει δριμεία κριτική στον τρόπο διαχείρισης των φυσικών καταστροφών, διακηρύσσοντας επιδεικτικά πως «δεν μπορεί η λογική να είναι 112 και καθαρίσαμε».
Υποστήριξε μάλιστα ότι η Πολιτική Προστασία οφείλει να μην περιορίζεται στην έγκαιρη εκκένωση κατοικημένων περιοχών, διατυπώνοντας την άποψη ότι δεν νοείται να ενδιαφέρεται κανείς μόνο για τη διάσωση πολιτών αδιαφορώντας για τα δάση, τις περιουσίες και τις περιβαλλοντικές υποδομές.
Για πολλούς πολιτικούς παρατηρητές μια τέτοια τοποθέτηση θα μπορούσε ενδεχομένως να εκληφθεί ως συνήθης, αν και αυστηρή, πολιτική κριτική, εάν δεν προερχόταν από τον πρωθυπουργό της εκατόμβης στο Μάτι, από τον άνθρωπο που, τη φρικτή νύχτα της 23ης Ιουλίου 2018, με 104 συνανθρώπους μας νεκρούς και μια ολόκληρη περιοχή παραδομένη στις φλόγες, πρωταγωνίστησε σε μια απάνθρωπη επικοινωνιακή παράσταση ενώπιον του τηλεοπτικού φακού.
Τότε που οι αρμόδιοι υπουργοί και η ηγεσία των σωμάτων ασφαλείας, υπό την προεδρία του, υποκρίνονταν ότι αναζητούσαν εναέριες δυνάμεις μέσα στο σκοτάδι, αποκρύπτοντας τεχνηέντως και ψυχρά από την κοινή γνώμη το γεγονός ότι υπήρχαν ήδη δεκάδες απανθρακωμένοι συμπολίτες μας.
Το να κουνά λοιπόν σήμερα το δάχτυλο για την επιχειρησιακή χρήση του 112 –ενός εργαλείου που θεσπίστηκε και καθιερώθηκε στη χώρα μας ακριβώς για να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά η εφιαλτική εκατόμβη του 2018– συνιστά ευθεία προσβολή στη μνήμη των θυμάτων και απροκάλυπτη ειρωνεία απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνία.
Η πολιτική μνήμη
Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί την υπέρτατη και αδιαπραγμάτευτη αξία σε κάθε συντεταγμένη πολιτεία. Κι όμως, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί σήμερα να υποτιμήσει τον μοναδικό μηχανισμό που εγγυάται την προστασία της στα οριακά λεπτά μιας φυσικής καταστροφής, λες και η απώλεια περιουσιών μπορεί να συγκριθεί με την αμετάκλητη απώλεια της ίδιας της ζωής. Αυτή η στάση δεν αποτελεί δυστυχώς ένα μεμονωμένο περιστατικό ή ένα στιγμιαίο ατόπημα, αλλά τη φυσική συνέχεια και το σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης πολιτικής διαδρομής.
Για τους ίδιους πολιτικούς παρατηρητές ο Αλέξης Τσίπρας παρέμεινε, καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στην εξουσία αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν, ένας πολιτικός κλασικά εμμονικός, εχθροπαθής και παντελώς ανίκανος για ειλικρινή και θαρραλέα αυτοκριτική.
Η γενναία αναγνώριση των δικών του λαθών υπήρξε για τον ίδιο μια έννοια παντελώς άγνωστη, μια ηθική πολυτέλεια που αρνήθηκε πεισματικά να προσφέρει στον ελληνικό λαό. Αντί για την ελάχιστη ανάληψη ευθύνης, η πολιτική φαρέτρα του περιείχε σταθερά τη μετάθεση των βαρών σε άλλους, την κατασκευή φανταστικών εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών και μια ατελείωτη αλληλουχία από βολικά ψέματα.
Ομως το πολιτικό παρελθόν του είναι βαρύ και φυγείν αδύνατον. Οσες επιτηδευμένες προσπάθειες κι αν καταβάλλει σήμερα να φιλοτεχνήσει εκ νέου το προφίλ ενός δήθεν ώριμου, νηφάλιου και υπεύθυνου ηγέτη, οι μνήμες της διακυβέρνησής του παραμένουν νωπές.
Οι πληγές που άνοιξε στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, των θεσμών και της οικονομίας δεν έχουν επουλωθεί. Η διαδρομή του υπήρξε διάσπαρτη από μελανά σημεία που σημαδεύουν ακόμη και σήμερα τη χώρα.
Η αρχή έγινε με την άνοδο στην εξουσία καβαλώντας το κύμα του λαϊκισμού, του κοινωνικού διχασμού και των ανεύθυνων υποσχέσεων για διαγραφή χρέους «με έναν νόμο και ένα άρθρο».
Η τυχοδιωκτική διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 έφερε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού και της άτακτης χρεοκοπίας. Οδήγησε στο καταστροφικό δημοψήφισμα του Ιουλίου και επέβαλε την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων που παρέλυσαν την αγορά και την επιχειρηματικότητα για χρόνια. Η διαβόητη «κωλοτούμπα», όπου το 62% του «Οχι» μετατράπηκε εν μια νυκτί σε ένα βαρύτατο τρίτο μνημόνιο, σφράγισε αμετάκλητα την πολιτική αναξιοπιστία του.
Πέρα όμως από την οικονομική δοκιμασία, η περίοδος Τσίπρα χαρακτηρίστηκε από μια πρωτοφανή προσπάθεια αλλοίωσης των δημοκρατικών θεσμών. Η λογική του «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» κατέστη επίσημο δόγμα διακυβέρνησης.
Οι ευθείες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, η προσπάθεια χειραγώγησης του τηλεοπτικού τοπίου και η συστηματική στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων αποκάλυψαν έναν βαθιά καθεστωτικό αυταρχισμό. Ο διχαστικός λόγος, η καλλιέργεια του μίσους και ο διαχωρισμός των πολιτών σε «πατριώτες» και «προδότες» χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία πολιτικής επιβίωσης.
Σήμερα, ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί εκ νέου να επανέλθει στο προσκήνιο, σχολιάζοντας τις εξελίξεις, ασκώντας κριτική στη Δικαιοσύνη και παραδίδοντας όψιμα μαθήματα διακυβέρνησης. Ομως η πολιτική μνήμη δεν παραποιείται.
Η προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως τιμητής της Πολιτικής Προστασίας, ασκώντας κριτική στο 112, αποτελεί την απόλυτη επιβεβαίωση ότι δεν διδάχθηκε απολύτως τίποτα από τα τραγικά σφάλματά του. Ο πολιτικός που συνέδεσε το όνομά του με την ψευδαίσθηση, τον θεσμικό εκτροχιασμό και την εκατόμβη στο Μάτι παραμένει αμετάκλητα δέσμιος του παρελθόντος του όσο κι αν προσπαθεί να το μεταμφιέσει με επικοινωνιακά τεχνάσματα.