Όσο πλησιάζει ο χρόνος των εκλογών τόσο θα εντείνονται οι πολιτικές ζυμώσεις, που μαζί με την παρασκηνιακή διάστασή τους έχουν και μια σκοτεινή όψη.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Στην εποχή των οργανωμένων εκστρατειών παραπληροφόρησης και διείσδυσης ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά άλλων χωρών, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ν’ αποτελεί εξαίρεση.
Ήδη υπήρχαν υπόνοιες ότι νεοσύστατοι πολιτικοί σχηματισμοί δεν αποτελούν απλώς μια οργανωμένη έκφραση διαμαρτυρίας, όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από τους εμπνευστές τους, αλλά παρασκηνιακά (υπο)στηρίζονται από συμφέροντα της Μόσχας, η οποία επιδιώκει με κάθε τρόπο να «πατήσει πόδι» στην Ευρώπη.
Υπό αυτό το πρίσμα, εξαιρετικό ενδιαφέρον αποκτούν οι αποκαλύψεις για τον καταδικασμένο για την εγκληματική οργάνωση της «Χρυσής Αυγής», Ηλία Κασιδιάρη, και την απόπειρά του να επιστρέψει στο πολιτικό στερέωμα μετά την επικείμενη αποφυλάκισή του στις 15 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Liberal.gr, ο Κασιδιάρης προετοιμάζει την επιστροφή του στην ενεργό πολιτική είτε ως επικεφαλής ενός νέου κομματικού σχηματισμού είτε κινώντας τα νήματα πίσω από αυτόν.
Ταυτόχρονα, δύο πρόσωπα που εδώ και χρόνια αποτελούν κομβικούς κρίκους της ρωσικής επιρροής στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά φέρονται να συνδέονται μαζί του και στρέφουν το βλέμμα τους προς την Ελλάδα. Πρόκειται για τον επιχειρηματία και ιδρυτή του φιλοκρεμλινικού δικτύου Tsargrad, Κονσταντίν Μαλοφέεφ, και τον ακροδεξιό ιδεολόγο Αλεξάντρ Ντούγκιν, καθώς οι ίδιοι παρουσιάζουν τον Κασιδιάρη ως έναν «αντισυστημικό» πολιτικό που συγκρούεται με τη Δύση.
Μαλοφέεφ και Ντούγκιν
Ο Μαλοφέεφ έχει εδώ και χρόνια καταγραφεί από δυτικές κυβερνήσεις ως σημαντικός παράγοντας που, μέσω του Tsargrad, προωθεί έντονα υπερεθνικιστικές θέσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών τον έχει χαρακτηρίσει διαμεσολαβητή μεταξύ της ρωσικής κυβέρνησης και φιλορώσων πολιτικών του εξωτερικού, σημειώνοντας ότι διευκόλυνε χρηματοδοτήσεις και προσπάθειες δημιουργίας θεσμών που προωθούν τα συμφέροντα της Μόσχας στην Ευρώπη.
Ο ίδιος τελεί υπό καθεστώς δυτικών κυρώσεων, καθώς ήδη από το 2014 είχε κατηγορηθεί για οικονομική στήριξη των φιλορώσων αυτονομιστών στην Ανατολική Ουκρανία. Έρευνες έχουν επίσης καταγράψει τις επαφές του με παράγοντες του Κρεμλίνου και το δίκτυο οργανώσεων που συνδέεται μαζί του.
Δίπλα του βρίσκεται ο Ντούγκιν, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους Ρώσους ακροδεξιούς ιδεολόγους, με σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα του Tsargrad. Διετέλεσε αρχισυντάκτης του τηλεοπτικού δικτύου και έχει συνδεθεί επί χρόνια με προσπάθειες δικτύωσης της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.
Οι παλαιότεροι δίαυλοι
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι από την περίοδο της εκλογικής ανόδου της «Χρυσής Αυγής» υπήρχαν ανοιχτοί δίαυλοι με τον Ντούγκιν και άλλους Ρώσους εθνικιστές. Ο Κασιδιάρης, άλλωστε, είχε εκφράσει δημοσίως φιλορωσικές και αντιδυτικές θέσεις, ενώ στελέχη της «Χρυσής Αυγής» είχαν συμμετάσχει σε διοργανώσεις στη Ρωσία και σε διεθνείς συναντήσεις της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.
Έρευνες για τις διεθνείς επαφές της «Χρυσής Αυγής» έχουν καταγράψει αυτές τις διαδρομές, όπως και τη στρατηγική σύγκλιση γύρω από την αντίθεση στην αμερικανική επιρροή, στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Σύμφωνα με το Liberal.gr, μέσα από το Tsargrad και συναφείς αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Κασιδιάρης παρουσιάζεται ως «θύμα της δυτικής καταστολής», ενώ οι δικαστικές εξελίξεις και οι περιορισμοί που αντιμετώπισε πολιτικά εντάσσονται σε μια ευρύτερη αφήγηση περί «ολοκληρωτικής Δύσης».
Για τη ρωσική προπαγάνδα, η αξία ενός τέτοιου προσώπου δεν βρίσκεται στο μέγεθος της εκλογικής του επιρροής, αλλά κυρίως στη δυνατότητά του να λειτουργεί ως σύμβολο μιας Ευρώπης που, υποτίθεται, αντιστέκεται. Με άλλα λόγια, η υπόθεση Κασιδιάρη και η στήριξή του από το ρωσικό δίκτυο δεν αφορά μόνο την ελληνική Ακροδεξιά. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο ένα διεθνές δίκτυο ιδεολογικής επιρροής, με τη «βούλα» της Μόσχας, επιχειρεί να αξιοποιήσει τις πολιτικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρώπης και να διεισδύσει σε αυτό, αναζητώντας νέους συμμάχους και νέα ακροατήρια.