Μια πρωτοφανής πολιτική και δικαστική θύελλα «σαρώνει» την Ισπανία, καθώς ο πρώην σοσιαλιστής πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο, ο οποίος ηγήθηκε της χώρας από το 2004 έως το 2011, βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες.

Η Μονάδα Οικονομικού και Φορολογικού Εγκλήματος της Ισπανίας διεξάγει εκτεταμένη έρευνα για τη φερόμενη εμπλοκή του σε ένα δίκτυο δωροδοκιών, εικονικών συμβάσεων και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο εκτείνεται από την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι τη Βενεζουέλα και την Κίνα.

Η δικαστική έρευνα, η οποία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2024 μετά από καταγγελία της ισπανικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς και στοιχεία που διαβίβασαν οι γαλλικές και ελβετικές αρχές, επικεντρώνεται στην υπόθεση «Plus Ultra».

Πρόκειται για τη διαχείριση της κρατικής διάσωσης ύψους 53 εκατομμυρίων ευρώ της ομώνυμης αεροπορικής εταιρείας Plus Ultra Líneas Aéreas. Σύμφωνα με τη δικογραφία, που ξεπερνά τις 4.000 σελίδες και βρίσκεται στα χέρια του ανακριτή Χοσέ Λουίς Καλάμα, ο Θαπατέρο φέρεται να βρίσκεται στην κορυφή ενός συστήματος που διοχέτευε παράνομα κεφάλαια.

Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκονται οι οικονομικές διαδρομές που συνδέουν τον Θαπατέρο και την οικογένειά του με τον επιχειρηματία Χούλιο Μαρτίνεθ, ο οποίος συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 2025.

Οι αρχές εκτιμούν ότι ο Μαρτίνεθ, μέσω της συμβουλευτικής εταιρείας Analisis Relevante, εισέπραξε μεγάλα ποσά από την αεροπορική εταιρεία και στη συνέχεια κατέβαλε περίπου 490.000 ευρώ στον πρώην πρωθυπουργό και σχεδόν 240.000 ευρώ στην εταιρεία επικοινωνίας Whathefav S.L., η οποία ανήκει στις κόρες του, Λάουρα και Άλμπα Ροδρίγκεθ Εσπινόσα.

Επιπλέον, εξετάζεται η δραστηριότητα της εταιρείας Inteligencia Prospectiva, συμφερόντων δύο αδελφών από τη Βενεζουέλα, η οποία φέρεται να μετέφερε περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ προς την εταιρεία των θυγατέρων του, την Analisis Relevante και το think tank Gate Center, στο οποίο προεδρεύει ο ίδιος.

Συνολικά, το κατηγορητήριο αναφέρει ότι ο Θαπατέρο εισέπραξε τουλάχιστον 2,6 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε μια πενταετία από οντότητες που σχετίζονται με κινεζικά κεφάλαια, ενώ ερευνάται αν ενεργούσε κρυφά ως διαμεσολαβητής σε συμφωνίες πετρελαίου της Βενεζουέλας, υπό το πρόσχημα της επίσημης διπλωματικής του ιδιότητας για τη δημοκρατική μετάβαση της χώρας.

Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν ραγδαία την περασμένη εβδομάδα με την αστυνομική επιχείρηση «Tibet». Οι αρχές εισέβαλαν στην κατοικία του πρώην πρωθυπουργού για να του κοινοποιήσουν τις κατηγορίες, ενώ πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονες έρευνες στα γραφεία της εταιρείας των θυγατέρων του και στο προσωπικό του γραφείο, το οποίο στεγάζεται στην οδό Φεράθ της Μαδρίτης, όπου βρίσκονται και τα κεντρικά γραφεία του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της El Confidencial, η επιχείρηση πρόλαβε οριακά τον πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος είχε εκδώσει εκτάκτως αεροπορικό εισιτήριο εκτός επίσημης ατζέντας για τον Άγιο Δομίνικο, με τελικό σκοπό να μεταβεί στο Καράκας με ιδιωτικό αεροπλάνο.

Η έρευνα έλαβε ακόμα πιο εντυπωσιακές διαστάσεις μετά τις αποκαλύψεις της Corriere della Sera για τα ευρήματα στο χρηματοκιβώτιο του επαγγελματικού του γραφείου. Οι ερευνητές εντόπισαν και κατέγραψαν περισσότερα από 100 αντικείμενα εξαιρετικά υψηλής αξίας, η συνολική αξία των οποίων αποτιμάται μεταξύ δύο και τριών εκατομμυρίων ευρώ.

Ανάμεσα στα κατασχεθέντα περιλαμβάνονται πολύτιμοι λίθοι, όπως ρουμπίνια, σμαράγδια και ζαφείρια, μενταγιόν, σκουλαρίκια, βραχιόλια με διαμάντια, καθώς και σπάνια συλλεκτικά ρολόγια των γνωστών οίκων Omega και Longines.

Από την πλευρά του, το δημόσιο τηλεοπτικό δίκτυο RTVE μετέδωσε τη θέση της γραμματέως του Θαπατέρο, η οποία υποστήριξε ότι το χρηματοκιβώτιο αποτελεί οικογενειακή περιουσία και ότι τα αντικείμενα αφορούν κληρονομιές ή δώρα από προσωπικά ταξίδια.

Η υπεράσπιση του πρώην πρωθυπουργού απορρίπτει κατηγορηματικά όλες τις αιτιάσεις περί εικονικών τιμολογίων, διαβεβαιώνοντας ότι όλες οι πληρωμές προς τον ίδιο και τις κόρες του αφορούσαν αποκλειστικά την παροχή πραγματικών συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Παρά το βαρύ κλίμα και τις πολιτικές πιέσεις, ο νυν πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, επέλεξε να προσφέρει δημόσια στήριξη στον προκάτοχό του, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους απόλυτα ήρεμος για την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας.