Η Ελληνική Αστυνομία είχε στα χέρια της τις φωτογραφίες από τον εμπρησμό της Marfin και τη δολοφονία των τριών εργαζομένων και του αγέννητου εμβρύου.
Από το απόγευμα της ίδιας ημέρας, της τραγικής 5ης Μαΐου 2010, και όχι 16 χρόνια αργότερα όπως προβάλλουν οι διάφορες ύποπτες θεωρίες συνωμοσίας, οι υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας είχαν στα χέρια τους τις φωτογραφίες από τον εμπρησμό της Marfin και τη δολοφονία των τριών εργαζομένων και του αγέννητου εμβρύου.
Μιλώντας στο «Μανιφέστο» ο δημοσιογράφος Ηλίας Προβόπουλος είναι απολύτως ξεκάθαρος και κατηγορηματικός: «Ηταν 4 η ώρα το μεσημέρι όταν οι αστυνομικοί που με είχαν δει να βγάζω φωτογραφίες με πήραν με ένα μηχανάκι έξω από τον “Ιανό” και με πήγαν στη ΓΑΔΑ. Εδωσα τις φωτογραφίες, έδωσα και κατάθεση και με γύρισαν στο ίδιο σημείο».
Πώς σας πλησίασαν οι αστυνομικοί μέσα σε εκείνον τον χαλασμό;
Με πλησίασε ένας κύριος. «Είμαι ο τάδε, αξιωματικός από την Αστυνομία, έχεις τραβήξει κάποιες φωτογραφίες;». «Ναι», του είπα. «Τις θέλουμε και εμείς», μου είπε. Πήγα μαζί του στη ΓΑΔΑ με ένα μηχανάκι και μάλιστα του είπα ότι θα πάω με την προϋπόθεση να με γυρίσουν πίσω γιατί δεν είχα τρόπο.
Είχατε κάποια αμφιβολία για το αν έπρεπε να τις δώσετε; Βλέπετε, τις τελευταίες ημέρες έχει σηκωθεί ένα περίεργο κλίμα συμπαράστασης υπέρ των ανθρώπων που φέρονται να έχουν συμμετοχή και να έχουν ήδη προφυλακιστεί. Με λίγα λόγια, σάς κατηγόρησαν ότι είστε χαφιές.
Δεν είμαι χαφιές. Πολίτης είμαι. Ενας πολίτης που ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε μια πολλαπλή δολοφονία. Γιατί το έκανα, λοιπόν; Το έκανα ως πολίτης πρώτα. Ο δημοσιογράφος εδώ έρχεται δεύτερος. Είδα κάτι το οποίο δεν μου άρεσε ως πολίτη, ως δημοσιογράφος έκρινα ότι δεν ήτανε καλό αυτό που συνέβη και είχε τρομερές συνέπειες. Και έτσι το έδωσα στην Αστυνομία εγώ ο ίδιος. Κάηκαν ζωντανοί άνθρωποι εκεί μέσα. Από τότε, εδώ και 16 χρόνια, με κυνηγάει το άγος της Marfin. Φοβόμουν ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο, έτσι όπως τους είδα να έρχονται σε παράταξη και να ορμάνε.
Ξέρουμε όλοι τι δείχνουν οι φωτογραφίες. Τι σας τρόμαξε περισσότερο;
Οι πρώτες φωτογραφίες δείχνουν τις γυναίκες επάνω στο μπαλκόνι να φωνάζουν σε βοήθεια, μετά τον άνδρα που πηδάει δίπλα, στο στέγαστρο του «Intimissimi» για να σωθεί. Παρακολουθώ λεπτό προς λεπτό. Μέχρι εκείνη την ώρα που έγινε η έκρηξη, όχι με τη μορφή που ξέρουμε, αλλά το ξαφνικό φούντωμα από τις μολότοφ και το εύφλεκτο υλικό που έριξαν μέσα οι δράστες, που δημιούργησε μια τεράστια φλόγα που τύλιξε τα πάντα. Τότε, πραγματικά τρόμαξα.
Γιατί λένε ότι δώσατε τώρα τις φωτογραφίες;
Το λένε προφανώς είτε γιατί δεν το γνωρίζουν και θέλουν να δημιουργήσουν εντυπώσεις είτε για άλλους, δικούς τους λόγους. Οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν ακριβώς την επόμενη ημέρα με δικό μου κείμενο στην «Ελευθεροτυπία», αναρτήθηκαν στο προσωπικό μου blog με ημερομηνία 6 Μαΐου 2010, βγήκαν εκείνες τις ημέρες ή λίγο αργότερα σε τηλεοπτικές εκπομπές που έκαναν αφιερώματα στην τραγωδία. Και σε αρκετές άλλες αναρτήσεις στο Διαδίκτυο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν εμφανίστηκαν τώρα οι φωτογραφίες, αν τώρα τις αξιοποίησε η Αστυνομία, δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τους λόγους.
Πέρασε από το μυαλό σας η πιθανότητα με το υλικό που δώσατε να κατηγορηθεί κάποιος αθώος;
Ναι, το ’χουμε ζήσει και επαγγελματικά αυτό. Αλλά δεν είναι ο δικός μου ρόλος αυτός. Είναι της Αστυνομίας, είναι της κοινωνίας ολόκληρης. Αν τα στοιχεία που έχει η Αστυνομία κριθούν από τη Δικαιοσύνη ότι είναι διάτρητα, τότε ναι, να αφεθούν ελεύθεροι. Αλλά η ευθύνη δεν είναι δική μου, η ευθύνη μου ως πολίτη ήταν να μη μείνω με τα χέρια δεμένα όταν έχω δει και έχω φωτογραφίσει ένα τέτοιο έγκλημα. Είχα καθήκον να το κάνω ως άνθρωπος.
Φοβάστε τώρα, μετά την αποκάλυψη ότι εσείς δώσατε τις φωτογραφίες;
Φυσικά και φοβάμαι. Θα ήμουν ανόητος αν δεν φοβόμουν.
Από τότε, το 2010, ξαναπήγατε στην Αστυνομία;
Με κάλεσαν το 2021. Μου είπαν ότι είχαν κάποια νέα στοιχεία, όπως ένα βίντεο.
Γιατί τόσα χρόνια μετά;
Μου είπαν ότι πριν είχαν κάνει μερικά σοβαρά λάθη…