Οι κουκουλοφόροι αυτοί, φέρονται να είναι εκείνοι που πέταξαν τις μολότοφ και το εύφλεκτο υγρό στο υποκατάστημα της Marfin προκαλώντας τη θανατηφόρ πυρκαγιά. 

Τον γρίφο των δύο αταυτοποίητων υπόπτων που συμμετείχαν στη φονική επίθεση με βόμβες μολότοφ και αποτελούσαν μέλη της «ομάδας κρούσης» που προκάλεσε τον θάνατο τριών εργαζομένων της τράπεζας Marfin, επιχειρούν να λύσουν τα στελέχη του Τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής. Πρόκειται για δύο άτομα που είχαν ενεργή συμμετοχή στη φονική επίθεση, χωρίς όμως οι αστυνομικοί να έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να τους ταυτοποιήσουν με τρόπο που να υποστηρίζει ποινικές διώξεις.

Πρόκειται για τους δράστες που στη δικογραφία της υπόθεσης καταγράφονται ως ύποπτοι με τους αριθμούς 9 και 12. Τα δύο αυτά άτομα, που την ημέρα της επίθεσης φορούσαν κουκούλες, φέρονται να είναι εκείνα που πέταξαν τις μολότοφ και το εύφλεκτο υγρό στο υποκατάστημα της Marfin προκαλώντας την πυρκαγιά που οδήγησε στον θάνατο τριών εργαζομένων. Ωστόσο, παρά τις πολυετείς έρευνες, τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες και το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που έχουν οι Αρχές στην κατοχή τους, δεν έχει καταστεί εφικτή η βιομετρική ταυτοποίησή τους.

Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της υπόθεσης, αυτόπτες μάρτυρες που βρίσκονταν στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» αλλά και εργαζόμενοι της τράπεζας αναγνωρίζουν συγκεκριμένες κινήσεις και χαρακτηριστικά των δραστών που έχουν αριθμηθεί ως 9 και 12. Οι καταθέσεις τους, όμως, δεν κρίθηκαν επαρκείς από αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ., ώστε να τους αναγνωρίσουν και να τους συνδέσουν με την υπόθεση. Αντίστοιχα, ούτε οι αναλύσεις των εγκληματολογικών εργαστηρίων οδήγησαν σε απόλυτη ταυτοποίηση, γεγονός που εξηγεί γιατί οι δύο παραμένουν επισήμως ύποπτοι και όχι κατηγορούμενοι.

Με παρελθόν στο αντάρτικο πόλης

Οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι πίσω από τον αριθμό 9 βρίσκεται ένας 43χρονος, ο οποίος στο παρελθόν είχε συλληφθεί για συμμετοχή στην οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας». Σύμφωνα με τη δικογραφία, θεωρείται πρόσωπο με στενές διασυνδέσεις με άλλα άτομα που ερευνώνται στην ίδια υπόθεση, ενώ εμφανίζεται σε φωτογραφίες με κατηγορούμενους και υπόπτους, οι οποίες εντοπίστηκαν στον εξωτερικό σκληρό δίσκο με την κωδική ονομασία «Π33α». Ο συγκεκριμένος σκληρός δίσκος αποτελεί ένα από τα βασικότερα νέα πειστήρια της έρευνας. Κατασχέθηκε το 2020 σε διαμέρισμα συνεργού του Βασίλη Παλαιοκώστα και περιλαμβάνει εκατοντάδες φωτογραφίες από την περίοδο 2008-2012.

Ανάμεσά τους υπάρχουν στιγμιότυπα από διακοπές, εκδρομές και συναντήσεις όπου καταγράφονται πρόσωπα που είτε τους έχουν ήδη απαγγελθεί κατηγορίες είτε εξακολουθούν να βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Αρχών. Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. θεωρούν ότι το υλικό αυτό αναδεικνύει σχέσεις και επαφές μεταξύ των εμπλεκομένων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει φωτογραφία που έχει ληφθεί μόλις 25 ημέρες πριν από την επίθεση στη Marfin, στην οποία εμφανίζονται τρεις από τους βασικούς υπόπτους μαζί με ακόμη τρία άτομα, μεταξύ των οποίων φέρονται να απεικονίζονται και πρόσωπα που εξετάζονται ως πιθανοί ύποπτοι με τους αριθμούς 9 και 12.

Για τον ύποπτο με τον αριθμό 12, αστυνομικές πηγές εκτιμούν ότι πρόκειται για 48χρονο γνωστό στον αντιεξουσιαστικό χώρο, ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε καταγραφεί σε πολυάριθμες προσαγωγές και συλλήψεις σε επεισόδια. Σύμφωνα με τη δικογραφία, φέρεται να διατηρούσε στενές σχέσεις με τον ύποπτο με τον αριθμό 9, αλλά και με ακόμη ένα πρόσωπο που είχε επίσης κατηγορηθεί για συμμετοχή στον «Επαναστατικό Αγώνα» και αργότερα στην «Επαναστατική Αυτοάμυνα».

Οι μαρτυρικές καταθέσεις αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στον αριθμό 12. Δύο εργαζόμενες της Marfin υπέδειξαν ένα άτομο από εκείνα που πέταξαν τις μολότοφ, το οποίο φορούσε μαύρο καπέλο τύπου τζόκεϊ και λευκή χειρουργική μάσκα – χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με τη δικογραφία, προσομοιάζουν στον δράστη που έχει αριθμηθεί ως 12. Ωστόσο, ούτε αυτές οι περιγραφές κρίθηκαν αρκετές για ασφαλή ταυτοποίηση.

Παράλληλα με τις πρόσφατες συλλήψεις άλλων κατηγορουμένων, οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν κατ’ οίκον έρευνες και στους δύο υπόπτους που εκτιμούν ότι αντιστοιχούν στους αριθμούς 9 και 12. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, αποθηκευτικά μέσα, αλλά και ρούχα και σακίδια. Στόχος των ερευνητών είναι να συγκρίνουν τα αντικείμενα αυτά με το οπτικό υλικό από την ημέρα της επίθεσης, ακολουθώντας την ίδια μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τη διερεύνηση των υπόλοιπων υπόπτων.

Η υπόθεση του υπόπτου με τον αριθμό 9 αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αστυνομικούς λόγω του παρελθόντος του. Ο 43χρονος είχε συλληφθεί το 2014 από την Αντιτρομοκρατική στον Βύρωνα όταν, σύμφωνα με την τότε εκτίμηση των Αρχών, συνδεόταν με το γκαράζ όπου φυλασσόταν το παγιδευμένο αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε στη βομβιστική επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι αστυνομικοί τον θεωρούσαν στενό συνεργάτη ηγετικών στελεχών του «Επαναστατικού Αγώνα».

Ο ίδιος, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, απέρριψε κάθε υπαινιγμό περί εμπλοκής στην υπόθεση της Marfin, υποστηρίζοντας δημόσια ότι οι αστυνομικές εκτιμήσεις βασίζονται σε λογισμικό σύγκρισης εικόνων και όχι σε αποδείξεις. Παρά την επισταμένη αστυνομική έρευνα, το βασικό ερώτημα των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. σχετικά με τους υπόπτους με τους αριθμούς 9 και 12 εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο. Σημειώνεται πάντως πως τα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας εκφράζουν την πεποίθησή τους πως βρίσκονται κοντά στην αποκάλυψη της ταυτότητάς τους.