Ένα δημοσίευμα της «Wall Street Journal» ήταν αρκετό για να ανοίξει στην Αθήνα μια συζήτηση που ξεπερνά το πρόσωπο της Αμερικανίδας πρέσβεως, Κίμπερλι Γκιλφόιλ.
Γράφει η Μαρίνα Πλέσσα
Αγγίζει πλέον τον πυρήνα των νέων ενεργειακών και επιχειρηματικών ισορροπιών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Πίσω από το αμερικανικό ρεπορτάζ διακρίνεται ένας ευρύτερος ανταγωνισμός για τη θέση που θα έχουν ελληνικές και διεθνείς εταιρείες στη νέα αγορά που διαμορφώνεται γύρω από το LNG, τις υποδομές και τις ενεργειακές διασυνδέσεις.
Η «Wall Street Journal» αναφέρεται σε Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία, στις επαφές του με την αμερικανική πλευρά και στη συνεργασία του με ελληνικό επιχειρηματικό όμιλο. Η συζήτηση που ακολούθησε, ωστόσο, έδωσε μεγαλύτερη διάσταση στο θέμα, καθώς συνέδεσε διπλωματικές επαφές, επιχειρηματικές κινήσεις και την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να ενισχύσουν την παρουσία του αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και η παρουσία του Αλέξανδρου Εξάρχου. Η πλευρά του ελληνικού ομίλου έχει επισημάνει ότι η ενασχόληση με τον Κάθετο Διάδρομο και τη νέα ενεργειακή αγορά είχε ξεκινήσει πριν από τις επαφές που βρέθηκαν στο επίκεντρο του αμερικανικού δημοσιεύματος.
Η επιχειρηματική στρατηγική φαίνεται να στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι η σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο θα δημιουργούσε νέες ευκαιρίες για την Ελλάδα.
Η νέα ενεργειακή αγορά
Η δημιουργία ενός ισχυρότερου διαδρόμου μεταφοράς φυσικού αερίου από την Ελλάδα προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη αλλάζει τα δεδομένα. Η χώρα αποκτά τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως σημαντική πύλη εισόδου LNG, ενώ γύρω από αυτή την προοπτική συγκροτούνται νέες επιχειρηματικές συνεργασίες.
Ο όμιλος με τον οποίο συνδέεται ο Αλέξανδρος Εξάρχου επιχείρησε να τοποθετηθεί εγκαίρως σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, μέσα από συνεργασίες και συμφωνίες που αφορούν την προμήθεια και τη διακίνηση LNG.
Πρόκειται για μια επιχειρηματική επιλογή που βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με τη γενικότερη κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής και με τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών για μεγαλύτερη παρουσία στην περιοχή.
Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται αυτές οι κινήσεις έχει αναπόφευκτα δημιουργήσει νέο ανταγωνισμό. Η ενεργειακή αγορά παραμένει ένας χώρος στον οποίο οι ισορροπίες αλλάζουν δύσκολα και κάθε νέα είσοδος με σημαντικές συμφωνίες προκαλεί ανακατατάξεις.
Ο ρόλος της διπλωματίας
Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ βρίσκεται εκ των πραγμάτων στο κέντρο αυτής της συζήτησης, λόγω της θέσης της και της έμφασης που έχει δώσει η αμερικανική διπλωματία στην ενεργειακή συνεργασία με την Ελλάδα.
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι οι σχετικές επαφές εντάσσονται στη συνολική πολιτική των ΗΠΑ για την ενίσχυση των ενεργειακών δεσμών με την περιοχή και όχι στην προώθηση συγκεκριμένου επιχειρηματικού συμφέροντος.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η υπόθεση αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Διότι η ενέργεια αποτελεί πλέον ταυτόχρονα οικονομικό, διπλωματικό και γεωπολιτικό πεδίο.
Οι κυβερνήσεις επιδιώκουν ενεργειακή ασφάλεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες μεγαλύτερο μερίδιο στην ευρωπαϊκή αγορά και οι επιχειρήσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν θέση σε μια αγορά που αναμένεται να παραμείνει ιδιαίτερα σημαντική για πολλά χρόνια.
Το δημοσίευμα της «Wall Street Journal» φωτίζει έτσι ένα μόνο μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εικόνας. Στην πραγματικότητα βρίσκεται σε εξέλιξη ένας έντονος επιχειρηματικός ανταγωνισμός για τα συμβόλαια, τις υποδομές και τις νέες ενεργειακές ροές της περιοχής.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αναδιάταξης λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των υποδομών που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επιχειρηματικές κινήσεις του Αλέξανδρου Εξάρχου αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας ελληνικών ομίλων να αποκτήσουν ενεργότερο ρόλο στην περιφερειακή ενεργειακή αγορά.
Οι επόμενες κινήσεις θα δείξουν ποιες συνεργασίες θα αποκτήσουν μεγαλύτερο βάθος και ποιοι παίκτες θα κατοχυρώσουν ισχυρότερη παρουσία. Το βέβαιο είναι ότι πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις και τις διπλωματικές επαφές εξελίσσεται ήδη μια μεγάλη μάχη συμφερόντων για την ενεργειακή αρχιτεκτονική της επόμενης δεκαετίας.