Η αναφορά της «Wall Street Journal» σε φερόμενες δηλώσεις της Κίμπερλι Γκιλφόιλ περί της δυνατότητας των ΗΠΑ να επηρεάζουν τις κυβερνήσεις άλλων χωρών σήκωσε σκόνη, ωστόσο χωρίς αποδείξεις.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Η πολιτική συζήτηση που έχει ανοίξει στην Αθήνα ύστερα από το δημοσίευμα της «Wall Street Journal» και τις φερόμενες δηλώσεις της Κίμπερλι Γκιλφόιλ περί της δυνατότητας των ΗΠΑ να επηρεάζουν τις κυβερνήσεις άλλων χωρών θα πρέπει να ξεκινάει από μία παραδοχή -η οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι βασική: ότι όλα ξεκινούν από ένα δημοσίευμα και τίποτε δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Αυτό θα πρέπει να υπάρχει όχι ως αστερίσκος, αλλά ως επικεφαλίδα σε οτιδήποτε σχετικό αναφέρεται στο δημόσιο διάλογο.
Ιδιαίτερα δε από τη στιγμή που η πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα -μέσω του δικηγόρου της- και η ελληνική κυβέρνηση, διά του εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, διέψευσαν κατηγορηματικά το περιεχόμενο το δημοσιεύματος, τότε το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να διατυπωθεί είναι εάν το συγκεκριμένο δημοσίευμα εξυπηρετεί κάποιον σκοπό ή απλώς προσβλέπει στη δημιουργία εντυπώσεων. Άλλα πιθανά σενάρια όπως π.χ. η απειρία της κυρίας Γκιλφόιλ θα πρέπει να εξετάζονται μετά -εφόσον δηλαδή έχουν δοθεί πειστικές απαντήσεις στα προηγούμενα.
Η θέση της κυβέρνησης
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Wall Street Journal», σε δείπνο που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον περασμένο Μάρτιο, η Αμερικανίδα πρέσβης φέρεται να αναφέρθηκε στην πολιτική κρίση της Ρουμανίας, αφήνοντας παράλληλα να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντίστοιχες εξελίξεις και σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Οπως ειπώθηκε και παραπάνω, η ίδια, μέσω του δικηγόρου της, αμφισβήτησε την περιγραφή της συνομιλίας.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση ξεκαθάρισε κατηγορηματικά πως δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της. Ο κ. Μαρινάκης ήταν απολύτως σαφής κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών τη Δευτέρα: «Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής κυβέρνησης. Και για να είμαστε σοβαροί, ούτε κάτι τέτοιο θα γινόταν ποτέ ανεκτό», είπε. Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι μια τυπική διπλωματική διατύπωση, αλλά αποτελεί την επίσημη θέση της Αθήνας απέναντι σε μια υπόθεση που έχει αποκτήσει διαστάσεις εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι και ο γραμματέας της ΝΔ, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν παρών στο συγκεκριμένο δείπνο, υποστήριξε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απειλή προς την Ελλάδα.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις
Με άλλα λόγια, μια αποδιδόμενη φράση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τετελεσμένο γεγονός, ούτε μια δημοσιογραφική αποκάλυψη σε αυτομάτως αποδεδειγμένη πολιτική παρέμβαση. Βασικός κανόνας εξάλλου για τη δημοσιογραφία και την πολιτική κατ’ επέκταση είναι η σαφής διάκριση ανάμεσα σε γεγονότα και εκτιμήσεις.
Δεδομένο είναι επίσης πως η στρατηγική σχέση Αθήνας και Ουάσιγκτον αποτελεί πραγματικότητα και δη με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, της άμυνας και της περιφερειακής ασφάλειας έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία – κάτι που ξεκίνησε μάλιστα επί των ημερών του Αλέξη Τσίπρα στη διακυβέρνηση της χώρας και εντάθηκε επί διακυβέρνησης ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στο μπρίφινγκ ο κ. Μαρινάκης υπενθύμισε έτσι με νόημα πως η Ελλάδα αποτελεί στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ, αναφερόμενος παράλληλα σε συγκεκριμένες συνεργασίες αμερικανικών και ελληνικών εταιρειών στην έρευνα ενεργειακών πόρων, καθώς και στον ευρύτερο σχεδιασμό για την αξιοποίηση των ενεργειακών υποδομών.
Ούτως ή άλλως, η παρουσία της κυρίας Γκιλφόιλ στην Αθήνα εντάσσεται σε αυτή τη διπλωματική και πολιτική πραγματικότητα. Η αποστολή του εκάστοτε Αμερικανού πρέσβη δεν περιορίζεται σε δημόσιες δηλώσεις, αλλά περιλαμβάνει την προώθηση διμερών συνεργασιών, την ενίσχυση των επαφών και την εκπροσώπηση των συμφερόντων της χώρας του.
Και αυτό είναι όχι απλώς θεμιτό, αλλά το ίδιο ακριβώς οφείλουν να κάνουν και οι Ελληνες πρέσβεις που υπηρετούν τη χώρα τους στο εξωτερικό, δίχως αυτό να υπονομεύει την εκάστοτε εθνική κυριαρχία. Θεμιτό είναι επίσης η αντιπολίτευση να ζητάει διευκρινίσεις και να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, αλλά η συζήτηση θα πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε συμπεράσματα που προηγούνται της απόδειξης.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα είναι κυρίαρχο κράτος, με εκλεγμένη κυβέρνηση και θεσμούς. Η σχέση της με τις ΗΠΑ είναι στενή, στρατηγική και πολυεπίπεδη, δίχως αυτό να σημαίνει παραίτηση από την ανεξάρτητη άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής.
Στην υπόθεση Γκιλφόιλ συνεπώς, το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν ειπώθηκε κάτι και τι ακριβώς ήταν αυτό, σε ποιο πλαίσιο και με ποια τεκμηρίωση. Οταν η απάντηση που προκύπτει από επίσημες διαψεύσεις είναι αρνητική, τότε δεν είναι δυνατόν να προβάλλονται και να θεωρούνται ως θέσφατο δημοσιογραφικές «αποκαλύψεις» και καταγγελίες…