Βόρεια Ιρλανδία, Σκωτία και Ουαλία δεν εκφράζουν πλέον απλώς τάσεις αυτονόμησης, αλλά εμφανίζονται αποφασισμένες να τραβήξουν την κόκκινη γραμμή με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα-σοκ για το Brexit, το Ηνωμένο Βασίλειο μπαίνει σε μια νέα, επικίνδυνα αβέβαιη εποχή. Για πρώτη φορά, οι πολιτικές δυνάμεις που κυβερνούν τα τρία αποκεντρωμένα έθνη της Βρετανίας συντονίζονται ανοιχτά απέναντι στο Λονδίνο και απαιτούν το δικαίωμα να αποφασίσουν οι ίδιες για το μέλλον τους.
Με απλά λόγια: Βόρεια Ιρλανδία, Σκωτία και Ουαλία δεν εκφράζουν πλέον απλώς τάσεις αυτονόμησης, αλλά εμφανίζονται αποφασισμένες να τραβήξουν την κόκκινη γραμμή με το Ηνωμένο Βασίλειο. «Η εποχή του Γουεστμίνστερ φτάνει στο τέλος της», ήταν το καθαρό μήνυμα που έστειλαν ύστερα από τη συνάντηση κορυφής που πραγματοποιήθηκε στο Κάρντιφ ανάμεσα στους εκπροσώπους των τριών δυνάμεων.
Μια νέα πραγματικότητα
Πρόκειται ασφαλώς για μία εξέλιξη που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητη. Αυτή όμως είναι η σημερινή πραγματικότητα: οι τρεις πρωθυπουργοί, Τζον Σουίνι στη Σκωτία, Ρουν απ Ιόρβεθ στην Ουαλία και Μισέλ Ο’ Νιλ στη Βόρεια Ιρλανδία, ηγούνται αυτής της ανοιχτής σύγκρουσης για την εξουσία, την κυριαρχία και, στο φινάλε, για την ίδια την επιβίωση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ασφαλώς το πιο ώριμο μέτωπο είναι η Σκωτία, καθώς ναι μεν το 2014 -πριν δηλαδή από το δημοψήφισμα για το Brexit οι Σκωτσέζοι απέρριψαν την ανεξαρτησία με 55%, όμως το Brexit άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Η Σκωτία ψήφισε υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά στη συνέχεια αποχώρησε από την ΕΕ, ακολουθώντας την τύχη του Ηνωμένου Βασιλείου.
Σήμερα η υποστήριξη στην ανεξαρτησία παραμένει κοντά στο 50%, ενώ το SNP, μετά την πέμπτη συνεχή εκλογική του νίκη, επαναφέρει επιθετικά το αίτημα για νέο δημοψήφισμα.
Το σκωτσέζικο αίτημα
Τα πράγματα, ωστόσο, δεν δείχνουν τόσο απλά, αφού η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένα νέο δημοψήφισμα δεν αποτελεί προτεραιότητα και ότι χρειάζεται σαφής, διαρκής κοινωνική συναίνεση. Επί της ουσίας, αρνείται να δώσει το παραμικρό περιθώριο στους Σκωτσέζους.
Η απάντηση από την πλευρά τους είναι πως καμία κυβέρνηση του Γουεστμίνστερ δεν έχει δικαίωμα να ασκεί βέτο στη δημοκρατική βούληση ενός έθνους.
Ακόμη πιο σύνθετα είναι τα πράγματα στη Βόρεια Ιρλανδία. Η περίφημη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής προβλέπει τη δυνατότητα δημοψηφίσματος για την ένωση με την Ιρλανδία, εφόσον ο αρμόδιος Βρετανός υπουργός κρίνει ότι υπάρχει πιθανότητα πλειοψηφίας υπέρ της Ένωσης.
Η Βόρεια Ιρλανδία
Η ηγέτις του Sinn Féin, Μαίρη Λου ΜακΝτόναλντ, ζητάει πλέον να αρχίσει άμεσα η προετοιμασία για μια τέτοια κάλπη, ενώ η πρωθυπουργός Ο’ Νιλ θέτει ως ορίζοντα ακόμη και το 2030.
Λάδι στη φωτιά έριξε όμως η παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ιρλανδία, δήλωσε ευθαρσώς ότι θα ήθελε να δει την Ιρλανδία ενωμένη, προκαλώντας οργισμένες αντιδράσεις.
Το ζήτημα, άλλωστε, ήταν για ολόκληρες δεκαετίες συνδεδεμένο με αιματηρές συγκρούσεις και τη δράση του IRA, πολιτικός βραχίονας του οποίου είναι και σήμερα, μετά τον αφοπλισμό του IRA, το κόμμα Sinn Féin.
Η περίπτωση της Ουαλίας
Ως πιο αδύναμος κρίκος φαντάζει αυτή τη στιγμή η Ουαλία. Το κόμμα Plaid Cymru κέρδισε τις εκλογές του Μαΐου και έβαλε τέλος σε έναν αιώνα κυριαρχίας των Εργατικών στην τοπική κυβέρνηση.
Η υποστήριξη στην ανεξαρτησία παραμένει περίπου στο 32%, δηλαδή πολύ χαμηλότερα από τη Σκωτία, όμως η πολιτική δυναμική αλλάζει. Ο Ιόρβεθ δεν πιέζει για άμεσο δημοψήφισμα, αλλά ζητάει περισσότερες εξουσίες και μια «μεγάλη επανεκκίνηση» των σχέσεων με το Λονδίνο.
Οσο για τη στάση της βρετανικής κυβέρνησης; Ο πρωθυπουργός, Αντι Μπέρναμ, επιχειρεί να κρατήσει την Ενωση όρθια, δίνοντας έμφαση στην οικονομία, στο κόστος ζωής και στη μεταβίβαση εξουσιών. Βρίσκεται όμως αντιμέτωπος με μια ιστορική αντίφαση: όσο περισσότερη αυτονομία υπόσχεται, τόσο περισσότερο ενισχύει το επιχείρημα εκείνων που λένε ότι τα έθνη μπορούν να κυβερνηθούν μόνα τους.
Η παλιά Βρετανία
Ολα δείχνουν συνεπώς ότι ναι μεν η Βρετανία δεν θα διαλυθεί εύκολα και αύριο το πρωί, αλλά σε κάθε περίπτωση η «παλιά» Βρετανία δεν υπάρχει.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει δεν αφορά απλώς ένα δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του. Αφορά το ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για το μέλλον ενός κράτους που επί αιώνες θεωρούσε την ενότητά του δεδομένη.
Τώρα, μάλιστα, το Λονδίνο έχει απέναντί του όχι τρεις ξεχωριστές φωνές, αλλά το ενιαίο μέτωπο των τριών.