Οι τρεις εθνικιστές ηγέτες διεκδικούν δικαίωμα αυτοδιάθεσης, ζητούν συνταγματικές αλλαγές από το Λονδίνο και δηλώνουν ότι το μέλλον των εθνών τους «βρίσκεται στην ΕΕ».

Ισχυρό μήνυμα προς το Λονδίνο για το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου έστειλαν από το Κάρντιφ οι ηγέτες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, υπογράφοντας κοινή διακήρυξη με την οποία διεκδικούν το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση» και υποστηρίζουν ότι το μέλλον των εθνών τους βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Ο χρόνος του Ουεστμίνστερ φτάνει στο τέλος του», ήταν το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμψαν, κάνοντας λόγο για ένα βρετανικό πολιτικό τοπίο που αλλάζει και για μια συνταγματική αναδιάταξη η οποία, κατά την εκτίμησή τους, έρχεται πλέον πιο κοντά.

Στην άνευ προηγουμένου συνάντηση συμμετείχαν ο Σκωτσέζος πρωθυπουργός και ηγέτης του SNP Τζον Σουίνι, ο πρωθυπουργός της Ουαλίας και επικεφαλής του Plaid Cymru Ριν απ Γιόρουερθ, η πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας και αντιπρόεδρος του Sinn Féin Μισέλ Ο’ Νιλ, καθώς και η πρόεδρος του Sinn Féin, Μαίρη Λου ΜακΝτόναλντ.

Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη πολιτική συγκυρία, καθώς Σκωτία, Ουαλία και Βόρεια Ιρλανδία κυβερνώνται ταυτόχρονα από κόμματα που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία ή μια διαφορετική συνταγματική σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο, για πρώτη φορά από την εγκαθίδρυση των θεσμών αυτονομίας το 1999.

«Το μέλλον μας βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση»

Στην κοινή διακήρυξη οι ηγέτες αναφέρουν ότι «τα έθνη μας έχουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση» και καλούν τη βρετανική κυβέρνηση να «προετοιμάσει και να διευκολύνει συνταγματικές μεταρρυθμίσεις».

Παράλληλα, συνδέουν ευθέως τη συζήτηση για το συνταγματικό μέλλον των τριών εθνών με το Brexit, δηλώνοντας πεπεισμένοι ότι «το μέλλον των εθνών μας βρίσκεται στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Κατά την εκτίμησή τους, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ έπληξε τις οικονομίες τους και ενίσχυσε την απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές επιλογές του Ουεστμίνστερ και στις επιθυμίες σημαντικού τμήματος των κοινωνιών της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Ο Τζον Σουίνι χαρακτήρισε τη συνάντηση «καθοριστική στιγμή στη συνταγματική πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου», ενώ οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι «η δυναμική βρίσκεται με το μέρος των κινημάτων μας» και ότι η συζήτηση για βαθύτερες συνταγματικές αλλαγές δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί από το Λονδίνο.

Δημοψηφίσματα και η αντίδραση του Λονδίνου

Η βρετανική κυβέρνηση, ωστόσο, εξακολουθεί να απορρίπτει την προοπτική νέων δημοψηφισμάτων για την ανεξαρτησία. Το τελευταίο δημοψήφισμα στη Σκωτία πραγματοποιήθηκε το 2014, όταν το 55% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η Ντάουνινγκ Στριτ επανέλαβε μόλις την περασμένη εβδομάδα ότι ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ «πιστεύει σθεναρά στην Ένωση», αποκλείοντας το ενδεχόμενο να ανοίξει άμεσα ο δρόμος για νέες κάλπες ανεξαρτησίας.

Ο Σουίνι, πάντως, εκτίμησε ότι ένα νέο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Στη Βόρεια Ιρλανδία το Sinn Féin έχει θέσει ως στόχο τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας έως το 2030. Η συζήτηση ενισχύθηκε μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προέβλεψε το Σαββατοκύριακο ότι η ένωση των δύο Ιρλανδιών «τελικά θα γίνει», χαρακτηρίζοντας ένα τέτοιο ενδεχόμενο «φανταστικό».

Η Μισέλ Ο’ Νιλ εκτίμησε ότι οι δηλώσεις Τραμπ αποδεικνύουν πως «η συζήτηση για την ένωση είναι ζωντανή» και έχει πλέον ενδιαφέρον όχι μόνο στο εσωτερικό της Ιρλανδίας αλλά και σε διεθνές επίπεδο.

Διαφορετικοί δρόμοι προς την αυτοδιάθεση

Οι τρεις πλευρές ξεκαθάρισαν, πάντως, ότι καθεμία θα κινηθεί με τον δικό της ρυθμό. Στην Ουαλία, ο Ριν απ Γιόρουερθ είχε χαρακτηρίσει μετά την εκλογή του τον Μάιο την ανεξαρτησία «μακρινό στόχο», χωρίς να θέτει χρονοδιάγραμμα για ενδεχόμενο δημοψήφισμα.

Υποστήριξε, ωστόσο, ότι ενισχύεται διαρκώς η αντίληψη πως «η διακυβέρνηση από το Ουεστμίνστερ δεν λειτουργεί», ενώ εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στην πολιτική μεγαλύτερης αποκέντρωσης που προωθεί ο Άντι Μπέρναμ.

Όπως τόνισε, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προς ένα από τα έθνη που συγκροτούν το Ηνωμένο Βασίλειο έχει διαφορετικό πολιτικό βάρος από την παραχώρηση επιπλέον εξουσιών σε μια αγγλική περιφέρεια ή πόλη.

Η πολιτική σημασία της κοινής διακήρυξης εντοπίζεται και στην προσέγγιση κομμάτων που στο παρελθόν διατηρούσαν μεταξύ τους αποστάσεις. Ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν Μάικλ Κίτινγκ επισήμανε ότι για πολλά χρόνια SNP και Plaid Cymru απέφευγαν στενότερη συνεργασία με το Sinn Féin λόγω της ιστορικής σχέσης του με τον IRA.

Κατά τον ίδιο, η κοινή εμφάνιση των τριών κινημάτων είναι γι’ αυτόν τον λόγο «πολιτικά σημαντική», χωρίς ωστόσο να είναι πιθανό, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να μεταβάλει τη στάση της βρετανικής κυβέρνησης απέναντι στη διεξαγωγή νέων δημοψηφισμάτων.