Η πιθανή επαναφορά από τον Ερντογάν, στη ΓΣ του ΟΗΕ, του ζητήματος της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών θα είναι μέρος ενός ευρύτερου «παιχνιδιού» της Άγκυρας.

Να πείσει τη διεθνή κοινή γνώμη ότι οι προκλητικές και παράνομες ενέργειές της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν, δήθεν, απάντηση σε ελληνική παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης.

Η αντιστροφή των ρόλων

Η Τουρκία επιχειρεί, δηλαδή, να αντιστρέψει τους ρόλους. Να εμφανίσει ως απειλή την άμυνα της Ελλάδας και ως νόμιμη αντίδραση τη δική της αναθεωρητική πολιτική, δηλαδή τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, τη συγκέντρωση αποβατικών και καταδρομικών δυνάμεων απέναντι από τα νησιά, το casus belli, τη «Γαλάζια Πατρίδα», τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, την αμφισβήτηση δικαιωμάτων ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, την παρεμπόδιση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου και τις στρατιωτικές προκλήσεις γύρω από την Κύπρο.

Η εμβάθυνση της αμυντικής σχέσης Ελλάδας-Ισραήλ και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» προσθέτουν έναν ακόμη λόγο για την τουρκική νευρικότητα. Η Αγκυρα ενδέχεται να παρουσιάσει αυτή τη συνεργασία ως παράγοντα έντασης. Στην πραγματικότητα, ενοχλείται επειδή η Ελλάδα αποκτά ένα σύγχρονο δίκτυο αποτροπής, που περιορίζει τη δυνατότητα άσκησης ενός στρατιωτικού… τσαμπουκά

Η επίκληση της Λωζάννης προσφέρει στον Ερντογάν το κατάλληλο περιτύλιγμα. Μια διεθνής συνθήκη μετατρέπεται σε εργαλείο προπαγάνδας, ώστε οι τουρκικές διεκδικήσεις να αποκτήσουν επίφαση νομιμότητας. Μόνο που η Αγκυρα αποσιωπά ότι η Λωζάννη δεν επιβάλλει ενιαίο καθεστώς σε όλα τα νησιά και –κυρίως– δεν συνδέει οποιονδήποτε στρατιωτικό περιορισμό με την κυριαρχία τους. Η Ελλάδα, εξάλλου, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα νόμιμης άμυνας, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, απέναντι σε μια διακηρυγμένη και ορατή απειλή.

«Στο σπίτι του κρεμασμένου...»

Εδώ ταιριάζει απολύτως η παροιμία «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί». Διότι η Τουρκία επικαλείται επιλεκτικά μια συνθήκη της οποίας θεμελιώδεις προβλέψεις έχει η ίδια καταπατήσει στην πράξη.

Το άρθρο 14 προέβλεπε για την Ιμβρο και την Τένεδο ειδική τοπική διοικητική οργάνωση, με εγγυήσεις για τον γηγενή μη μουσουλμανικό πληθυσμό. Η κατάληξη είναι γνωστή… Διώξεις, απαλλοτριώσεις, εγκατάσταση εποίκων –και μάλιστα σκληρών ποινικών μέσα από ένα σύστημα ανοικτών φυλακών– και σχεδόν ολοκληρωτικός εκτοπισμός του ελληνικού στοιχείου. Στην Κωνσταντινούπολη, τα Σεπτεμβριανά, οι απελάσεις και οι δημεύσεις περιουσιών οδήγησαν στην εξαΰλωση της ελληνικής μειονότητας, παρά τις ρητές εγγυήσεις της Λωζάννης.

Στη Δυτική Θράκη, πάλι, η ίδια η Συνθήκη μιλά για «μουσουλμανική μειονότητα». Η Αγκυρα επιμένει να της αποδίδει συλλήβδην τον χαρακτηρισμό «τουρκική», αγνοώντας την ύπαρξη Πομάκων και Ρομά και μετατρέποντας μια θρησκευτική μειονότητα σε εργαλείο εθνικής επιρροής. Την ίδια ώρα, στην Τουρκία, οι εγγυήσεις των άρθρων 40 και 41 για τα σχολεία, τη γλώσσα, τα θρησκευτικά και τα κοινωφελή ιδρύματα των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων υπονομεύθηκαν επί δεκαετίες. Ελληνικά σχολεία έκλεισαν, κοινοτικές περιουσίες κατασχέθηκαν, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξακολουθεί να στερείται νομικής προσωπικότητας και η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.

Το πραγματικό διακύβευμα

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της ομιλίας Ερντογάν. Οχι η προστασία της Λωζάννης, αλλά η χρησιμοποίησή της ως άλλοθι για να νομιμοποιηθεί η τουρκική επιθετικότητα και να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως υπαίτια της έντασης.

Η απάντηση της Αθήνας πρέπει να είναι προληπτική και καθαρή: Εκείνος που απειλεί με πόλεμο, διατηρεί αποβατική στρατιά και αμφισβητεί σύνορα δεν μπορεί να απαιτεί τον αφοπλισμό εκείνου που απειλεί! Η Λωζάννη δεν είναι όπλο στα χέρια του αναθεωρητισμού... Είναι το κείμενο που ο τουρκικός αναθεωρητισμός προσπαθεί να παραμορφώσει!