Η Τουρκία απειλεί την Ελλάδα και ταυτόχρονα την κατηγορεί ότι… την απειλεί.

Αυτό είναι η ουσία πίσω από το νέο κρεσέντο δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων και επιθέσεων του τουρκικού Τύπου. Η αναφορά του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στο αναφαίρετο δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια χαρακτηρίστηκε «σκανδαλώδης». Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα κατεξοχήν αμυντικό σύστημα, παρουσιάζεται ως απειλή. Η στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ περιγράφεται ως «αντιτουρκικός άξονας» ή ακόμη και ως «συμμαχία του κακού». Κάθε κίνηση της Αθήνας που ενισχύει την κυριαρχία, την άμυνα και τη διεθνή θέση της βαφτίζεται από την Άγκυρα «πρόκληση».

Η αντιστροφή της πραγματικότητας

Δεν πρόκειται απλώς για εκνευρισμό ούτε για τις συνήθεις υπερβολές των τουρκικών μέσων ενημέρωσης. Πρόκειται για μια οργανωμένη αντιστροφή της πραγματικότητας. Η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει εκ των προτέρων ως «ελληνική επιθετικότητα» κάθε νόμιμη άσκηση ελληνικού δικαιώματος. Θέλει να εγκαθιδρύσει την αντίληψη ότι η Ελλάδα μπορεί να κάνει μόνο όσα δεν ενοχλούν την Τουρκία. Με άλλα λόγια, δεν απαιτεί πλέον μόνο να γίνουν ανεκτές οι αυθαίρετες διεκδικήσεις της· απαιτεί να ζητά η Ελλάδα την άδειά της πριν ασκήσει τα δικαιώματά της.

Η αντιπαράθεση, επομένως, δεν αφορά μόνο τη γεωγραφία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Αφορά τη νομιμοποίηση των θέσεων των δύο χωρών. Η Τουρκία προσπαθεί συστηματικά να μετακινήσει το σημείο αφετηρίας της συζήτησης: όχι από το τι προβλέπει το διεθνές δίκαιο, αλλά από το τι είναι διατεθειμένη να ανεχθεί η ίδια. Το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μετατρέπεται σε αιτία πολέμου. Η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας παρουσιάζεται ως επιθετική προετοιμασία. Η συνεργασία με φίλες χώρες ερμηνεύεται ως απόπειρα περικύκλωσης. Ακόμη και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος γίνεται αφορμή για την προβολή παράνομων τουρκικών αξιώσεων.

Το casus belli

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Μια χώρα που διατηρεί απέναντι στην Ελλάδα το casus belli, που αμφισβητεί την κυριαρχία ελληνικών νησιών και διατηρεί ισχυρές αποβατικές δυνάμεις στα μικρασιατικά παράλια, εμφανίζεται ως το απειλούμενο μέρος. Και μια χώρα που οργανώνει την άμυνά της απέναντι σε ρητά διατυπωμένη απειλή πολέμου εγκαλείται επειδή εξοπλίζεται.

Η αντιστροφή αυτή δεν πρέπει να μένει αναπάντητη, κυρίως στα διεθνή κέντρα λήψης αποφάσεων. Οι τουρκικές αντιδράσεις στα 12 μίλια, στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», στη συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ, στα ελληνικά θαλάσσια πάρκα και στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ δεν αποτελούν διαφορετικά επεισόδια. Είναι τμήματα της ίδιας στρατηγικής. Η Αγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα καθεστώς προληπτικού βέτο πάνω στις ελληνικές αποφάσεις. 

Το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα δεν πρέπει να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, δεν πρέπει να αποκτά στρατηγικό πλεονέκτημα, δεν πρέπει να οικοδομεί ισχυρές περιφερειακές συμμαχίες και δεν πρέπει να προχωρεί σε έργα που ακυρώνουν στην πράξη τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Ο ρόλος του τουρκικού Τύπου

Σε αυτή την επιχείρηση, ο τουρκικός Τύπος δεν λειτουργεί απλώς ως θορυβώδης συνοδός της πολιτικής εξουσίας. Λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της πίεσης, ως πεδίο δοκιμής σκληρότερων θέσεων και ως μηχανισμός προετοιμασίας της τουρκικής κοινής γνώμης. Οι προσβλητικοί τίτλοι, οι απειλητικές αναλύσεις και η συστηματική παρουσίαση της Ελλάδας ως «μαριονέτας» τρίτων δεν είναι αθώες δημοσιογραφικές υπερβολές. Δημιουργούν το πολιτικό και ψυχολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ακόμη και μια μελλοντική τουρκική κλιμάκωση θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως δήθεν «αμυντική απάντηση» στην Ελλάδα.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι η Αγκυρα ενοχλείται περισσότερο από εκείνες ακριβώς τις ελληνικές κινήσεις που ενισχύουν την αποτροπή. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», τα F-35, οι φρεγάτες Belharra και η στενότερη αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ περιορίζουν την τουρκική δυνατότητα στρατιωτικού εκβιασμού. Δεν απειλούν την Τουρκία· απειλούν την πεποίθησή της ότι μπορεί να απειλεί την Ελλάδα χωρίς κόστος. Γι’ αυτό και η τουρκική ρητορική γίνεται εντονότερη όσο βελτιώνεται η ελληνική ισορροπία ισχύος. Η ενόχληση της Αγκυρας είναι, τελικά, η έμμεση παραδοχή ότι η ελληνική αποτροπή αρχίζει να παράγει αποτέλεσμα.

Η ελληνική απάντηση

Η Αθήνα, ασφαλώς, δεν πρέπει να παρασυρθεί σε έναν διαγωνισμό δηλώσεων. Οφείλει, όμως, να μη συγχέει την ψυχραιμία με την αυτοδέσμευση. Ο διάλογος είναι χρήσιμος όταν αποτρέπει την κρίση και υπηρετεί το διεθνές δίκαιο. Γίνεται επικίνδυνος όταν χρησιμοποιείται από τη μία πλευρά για να περιορίζει τη νόμιμη ελευθερία κινήσεων της άλλης.

Εάν κάθε ελληνικό δικαίωμα αναβάλλεται επειδή η Τουρκία αντιδρά, τότε η απειλή μετατρέπεται σταδιακά σε αποτελεσματικό τουρκικό βέτο. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε οι φοβικές αναδιπλώσεις ούτε η άγονη πολεμική ρητορεία.

Χρειάζεται σταθερή στρατηγική: ενίσχυση της αποτροπής, εμβάθυνση των συμμαχιών, διεθνής αποδόμηση της τουρκικής προπαγάνδας και σαφής διακήρυξη ότι η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό την απειλή πολέμου. Τα «ήρεμα νερά» έχουν αξία μόνο εφόσον δεν καλύπτουν από κάτω τους τη συνεχή διεύρυνση των τουρκικών αξιώσεων.

Η Τουρκία έχει κάθε δικαίωμα να μη συμφωνεί με τις ελληνικές επιλογές. Δεν έχει, όμως, δικαίωμα να μετατρέπει τη διαφωνία της σε απαγόρευση και την απειλή της σε κανόνα. Γιατί ειρήνη δεν σημαίνει να παραιτείται η Ελλάδα από τα δικαιώματά της ώστε να μη θυμώνει η Αγκυρα. Σημαίνει να γνωρίζει η Αγκυρα ότι η Ελλάδα θα τα ασκήσει χωρίς φόβο και θα τα υπερασπιστεί χωρίς υποχώρηση.