Εκτεθειμένοι πλέον όσοι «δίκασαν» και «καταδίκασαν» τους 11 βουλευτές της ΝΔ για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του 2025, κυκλοφορούσε η πληροφορία ότι έρχεται μια νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που αφορά «πολλούς βουλευτές» της κυβερνώσας παράταξης.

Από τότε και μέχρι τις αρχές του περασμένου Απριλίου, που έφτασε η σχετική δικογραφία στη Βουλή, ακούστηκαν διάφορα ονόματα, με την αντιπολίτευση να κουνά το δάχτυλο μιλώντας για «κυβέρνηση και κόμμα υποδίκων».

Χθες, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι για επτά από τους έντεκα βουλευτές της ΝΔ η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο γιατί δεν προέκυψαν στοιχεία, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις παραπέμπονται να δικαστούν για αδικήματα σε βαθμό πλημμελήματος με την επισήμανση ότι για όλους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας – αν και εκτιμούμε ότι αυτό δεν θα τονιστεί ιδιαίτερα, τουλάχιστον όχι τόσο όσο τονίζεται για τους συλληφθέντες που φέρονται να ευθύνονται για τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα ή για όσους πιθανόν να εμπλέκονται στον εμπρησμό της Marfin.

Να προσθέσουμε ότι υπήρξαν οι περιπτώσεις δύο ακόμη βουλευτών για τους οποίους δεν εστάλη δικογραφία στη Βουλή, αλλά ζητήθηκε να διερευνηθεί τυχόν εμπλοκή τους, με την υπόθεση να πηγαίνει και αυτή στον… κουβά.

Το ζήτημα δεν είναι η αρχειοθέτηση ή η παραπομπή σε δίκη για τους τέσσερις που διατηρούν το δικαίωμα να θεωρούνται αθώοι μέχρι να αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Το ζήτημα είναι ο διασυρμός και η διαπόμπευση βουλευτών, κάποιοι εκ των οποίων έχασαν τον υπουργικό θώκο και βρέθηκαν στιγματισμένοι απέναντι στην κοινωνία, στους ψηφοφόρους και κυρίως απέναντι στην οικογένειά τους. Είδαν τα ονόματά τους και τα πρόσωπά τους να κοσμούν τα τηλεδικαστήρια και να αναφέρονται ως υπόδικοι από κάποιους ή να έχουν καταδικαστεί από αυτόκλητους εισαγγελείς και δικαστές.

Τοξική ατζέντα

Οι δικογραφίες που έφτασαν στη Βουλή ήταν προβληματικές. Επιβεβαιώθηκε από την αρχειοθέτηση για τους επτά, ανοίγοντας και πάλι τη συζήτηση για τον τρόπο που λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και για το αν και κατά πόσο δημιουργεί ζητήματα στην πολιτική σκηνή της χώρας, διαμορφώνοντας μια ατζέντα που συντηρεί την τοξικότητα.

Είδαμε στη Βουλή να αντιμετωπίζονται από την αντιπολίτευση ως σχεδόν… καταδικασμένοι. Να θεωρούνται εχθροί και όχι πολιτικοί αντίπαλοι, κυρίως όμως να εργαλειοποιούνται οι υποθέσεις τους σε μια μικροκομματική λογική και τακτική φθοράς συνολικά της κυβέρνησης και της ΝΔ.

Είδαμε, επίσης, για περίπου οκτώ μήνες, να δημιουργείται ένα κλίμα που συνεχίστηκε και μετά την κατάθεση των δικογραφιών στη Βουλή. Είδαμε και την αντιπολίτευση να ζητά Προανακριτικές και Εξεταστικές, πατώντας πάνω σε στοιχεία εμφανώς προβληματικά, όπως αποδείχθηκε με το γνωστό πλέον «πόρισμα Τυχεροπούλου» που ζητήθηκε από την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μόνο που έγινε και αυτό εκ των υστέρων.

Και οι τέσσερις που παραπέμπονται, θα ρωτήσει κάποιος, δεν είναι θέμα; Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να περιμένουμε την απόφαση της Δικαιοσύνης, των λειτουργών της που θα αποφανθούν εξετάζοντας όλα τα στοιχεία. Δεν γίνεται διαφορετικά, αυτό είναι το δικαιικό σύστημα της χώρας μας, όσο και αν κάποιοι επιχειρούν να το απαξιώσουν βάλλοντας διαρκώς κατά των θεσμών με έωλες κατηγορίες και αστήριχτες θεωρίες συνωμοσίας.

Η αντιπολίτευση αντιμετώπισε την υπόθεση ως ευκαιρία μιλώντας για «συμμορίες», για «υπόδικους», ακόμη και για «γαλάζια εγκληματική οργάνωση». Επιχείρησε μέχρι και να εγείρει θέμα δεδηλωμένης με την κατάθεση και μόνο των δικογραφιών.

Το ίδιο είχε γίνει και με την εργαλειοποίηση της τραγωδίας των Τεμπών – σημειωτέον πως πλέον ακόμη και η αίθουσα όπου διεξάγεται η δίκη είναι άδεια σχεδόν, αφού ως αντικείμενο δεν πουλάει όσο τα ξυλόλια, τα λαθρεμπόρια και όλα τα σχετικά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να ξεχάσουμε τι έγινε τότε και καλό είναι να βλέπουμε τι γίνεται σήμερα.

Τα «καθαρά χέρια», τα «εντιμόμετρα» και η «ηθική στην πολιτική» δεν συνάδουν με θεωρίες, λαϊκισμό και τοξικότητα, αλλά μόνο με την προσπάθεια αποσταθεροποίησης, στη λογική ότι η σταθερότητα δεν αποτελεί ευκαιρία για την Αριστερά, ίσως και για κάποιους άλλους...

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».