Αν απλώναμε στο έδαφος το χαρτί που κουβαλά εδώ και δεκαετίες το ελληνικό Δημόσιο, δεν θα μιλούσαμε πια για γραφειοκρατία, αλλά για γεωγραφία.
Σελίδα τη σελίδα, 1,2 δισεκατομμύρια φύλλα Α4 θα σκέπαζαν μια έκταση μεγαλύτερη από έναν ολόκληρο δήμο, σχεδόν όσο ένα νησί. Χιλιάδες γήπεδα ποδοσφαίρου στρωμένα με έγγραφα: αποφάσεις, πιστοποιητικά, φακέλους ζωής. Είναι δύσκολο να το συλλάβει κανείς, κι όμως αυτό το χαρτί υπήρξε για χρόνια η αιτία που αυτά τα έγγραφα έμεναν χαμένα, σε υπόγεια και σκονισμένα αρχεία.
Για αυτό και η ψηφιοποίηση αυτού είναι μια βαθιά τομή στον τρόπο που το κράτος λειτουργεί και αντιμετωπίζει τον πολίτη.
Ξεκίνησε σχεδόν αναγκαστικά, μέσα στην πίεση της πανδημίας, και προχώρησε δίνοντας τελεσίδικη απάντηση σε ένα χρόνιο πρόβλημα: ένα Δημόσιο που ήξερε ότι έχει δεδομένα, αλλά δεν γνώριζε πού βρίσκονται, αν είναι πλήρη ή αν μπορούν να αξιοποιηθούν. Σήμερα, εκατοντάδες εκατομμύρια σελίδες έχουν ήδη μετατραπεί από χαρτί σε ψηφιακή πληροφορία, και αυτό από μόνο του αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού.
Γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν ζωές και πλέον οι ιατρικοί φάκελοι δεν χάνονται, δικαστικά έγγραφα δεν «κολλάνε», πιστοποιητικά δεν απαιτούν ειδική άδεια από τη δουλειά και αναμονή σε τεράστιες ουρές.
Η ψηφιοποίηση σίγουρα δεν θα μας λύσει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Αλλά προϋποθέτει ένα κράτος που θέλει να ξέρει τι έχει, τι κάνει και σε ποιον λογοδοτεί. Ένα κράτος λιγότερο αυθαίρετο, λιγότερο αδιαφανές και λιγότερο εξαρτημένο από τον φάκελο που πάντα «χάνονταν».


