Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που μια δημοσκόπηση δε μετρά απλώς προθέσεις ψήφου. Μετρά την ψυχολογία μιας χώρας. Και η σημερινή Γαλλία είναι μια τέτοια περίπτωση.
Η Μαρίν Λε Πεν προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις για την προεδρική εκλογή του 2027. Στην τελευταία μέτρηση της Ifop-Fiducial συγκεντρώνει 33% στον πρώτο γύρο, μπροστά από τον Ζαν-Λικ Μελανσόν με 16% και τον Εντουάρ Φιλίπ με 14,5%. Ακολουθούν ο Ραφαέλ Γκλουκσμάν με 11% και ο Γκαμπριέλ Ατάλ με μόλις 8%.
Όμως το πιο ενδιαφέρον δεν είναι το ποσοστό της Λε Πεν. Είναι η χώρα που βρίσκεται πίσω από αυτό. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσίευσε το JDD, το 52% των Γάλλων αναγνωρίζει τον εαυτό του σε μια «Γαλλία θυμωμένη και πολύ διαμαρτυρόμενη», ενώ το 46% σε μια Γαλλία «δυσαρεστημένη, αλλά όχι απαραίτητα θυμωμένη». Μόλις το 2% περιγράφει τη Γαλλία ως «ικανοποιημένη και ήρεμη».
Οι αριθμοί αυτοί περιγράφουν κάτι βαθύτερο από μια ακόμη περίοδο πολιτικής δυσαρέσκειας. Περιγράφουν μια κοινωνία που έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στην ικανότητα του πολιτικού συστήματος να αντιστρέψει την πορεία των πραγμάτων.
Από την ακρίβεια και την αγοραστική δύναμη μέχρι την ανασφάλεια, τη μετανάστευση, τις συντάξεις, το δημόσιο χρέος και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, ένα μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας δε ζητά πλέον απλώς μια καλύτερη κυβέρνηση. Ζητά ρήξη.
Και όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αρχίζουν να αναζητούν εκείνους που υπόσχονται να το ανατρέψουν. Εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα η Λε Πεν.
Δε χρειάζεται να πείσει όλους τους Γάλλους ότι διαθέτει όλες τις απαντήσεις. Αρκεί να τους πείσει ότι όλοι οι άλλοι δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Και οι αντίπαλοί της, αυτή τη στιγμή, δεν κάνουν πολλά για να τη διαψεύσουν.
Το Κέντρο είναι κατακερματισμένο. Ο Εντουάρ Φιλίπ και ο Γκαμπριέλ Ατάλ διεκδικούν διαφορετικές εκδοχές της μετα-Μακρόν εποχής, ενώ ο Ραφαέλ Γκλουκσμάν επιχειρεί να εκφράσει έναν ευρωπαϊκό και σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Ο Φιλίπ θέλει να εμφανιστεί ως η σοβαρή κεντροδεξιά επιλογή, ο Ατάλ ως μια συνέχεια του μακρονισμού χωρίς τον ίδιο τον Μακρόν και ο Γκλουκσμάν ως μια προοδευτική εναλλακτική.
Μόνο που η πολιτική αριθμητική είναι αμείλικτη: όσο περισσότερο κατακερματίζεται ο μετριοπαθής χώρος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αναδειχθεί ένας αντίπαλος ικανός να αμφισβητήσει πραγματικά τη Λε Πεν.
Και η Αριστερά βρίσκεται στη δική της παγίδα. Ο Μελανσόν, με ακραία φιλομεταναστευτική ατζέντα και σκληρή γραμμή απέναντι στα υψηλά εισοδήματα, εμφανίζει νέα δυναμική και, σε ορισμένα σενάρια, βρίσκεται ήδη σε τροχιά δεύτερου γύρου, τροφοδοτώντας τον κίνδυνο ακόμη βαθύτερης πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης στη Γαλλία. Ο Γκλουκσμάν επιχειρεί να συγκροτήσει έναν διαφορετικό πόλο, περισσότερο ευρωπαϊκό και σοσιαλδημοκρατικό, ενώ Σοσιαλιστές και Πράσινοι εξακολουθούν να αναζητούν τη δική τους στρατηγική. Η ενότητα που είχε επιτευχθεί το 2024 με το Νέο Λαϊκό Μέτωπο μοιάζει σήμερα πολύ πιο δύσκολη, αν όχι αδύνατη.
Και έτσι δημιουργείται το γαλλικό παράδοξο. Η κοινωνία απαιτεί αλλαγή, αλλά οι πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να μετατρέψουν αυτή την απαίτηση σε μια αξιόπιστη εναλλακτική είναι κατακερματισμένες. Η Λε Πεν, αντίθετα, διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: εμφανίζεται ως η πιο καθαρή επιλογή ρήξης σε μια χώρα που έχει κουραστεί από όσα γνωρίζει.
Για δεκαετίες, η Γαλλία διέθετε έναν μηχανισμό άμυνας απέναντι στην Ακροδεξιά . Στον δεύτερο γύρο, διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις συσπειρώνονταν, για να εμποδίσουν την επικράτησή της. Σήμερα, όμως, αυτός ο μηχανισμός μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν. Η Λε Πεν φαίνεται να επικρατεί απέναντι στον Φιλίπ με 52%-48%, στον Ατάλ με 54%-46% και στον Γκλουκσμάν με 55%-45%. Απέναντι στον Μελανσόν, η διαφορά φτάνει το 67%-33%.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, είναι πόσο μπορεί να λειτουργήσει ξανά το «δημοκρατικό μέτωπο», όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν είναι απλώς δυσαρεστημένο με μια κυβέρνηση, αλλά θυμωμένο με το ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Η άνοδος της Λε Πεν δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της δικής της πολιτικής επιτυχίας. Είναι και αποτέλεσμα της αδυναμίας των αντιπάλων της να πείσουν ότι υπάρχει μια διαφορετική, αξιόπιστη διέξοδος.
Όσο το Κέντρο κοιτάζει τον διπλανό του και η Αριστερά κοιτάζει τον εαυτό της, η Λε Πεν κοιτάζει την κοινωνία. Και αυτή τη στιγμή ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της κοινωνίας έχει θυμό, φόβο και απογοήτευση. Κυρίως, όμως, έχει την αίσθηση ότι τα πράγματα χειροτερεύουν.
Στην πολιτική, αυτή είναι η στιγμή κατά την οποία η δυσαρέσκεια παύει να είναι απλώς συναίσθημα και γίνεται ψήφος. Η Γαλλία βρίσκεται πλέον πολύ κοντά σε αυτή τη στιγμή.