Σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους της Ελλάδας είναι 65 ετών και άνω, ενώ 4.469 άνθρωποι έχουν φτάσει ή ξεπεράσει τα 100 χρόνια ζωής.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το δημογραφικό δείχνουν πόσο έχει αλλάξει η ηλικιακή σύνθεση της χώρας. Δυστυχώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τα παιδιά έως 14 ετών.
Η τελευταία διαθέσιμη εκτίμηση αφορά την 1η Ιανουαρίου 2025. Σε έναν πληθυσμό περίπου 10,4 εκατομμυρίων ανθρώπων, οι αιωνόβιοι είναι αριθμητικά λίγοι. Πίσω τους, όμως, βρίσκονται δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι άνω των 90 και εκατοντάδες χιλιάδες άνω των 80 ετών.
ΕΛΣΤΑΤ: Πόσοι αιωνόβιοι ζουν στην Ελλάδα
Ο εκτιμώμενος πληθυσμός της χώρας την 1η Ιανουαρίου 2025 ήταν 10.372.335 κάτοικοι. Από αυτούς, 4.469 ήταν ηλικίας 100 ετών και άνω.
Οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των αιωνόβιων: 3.083 γυναίκες έναντι 1.386 ανδρών. Με άλλα λόγια, περίπου επτά στους δέκα ανθρώπους που είχαν συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής ήταν γυναίκες.
Στην ηλικιακή ομάδα 95 έως 99 ετών καταγράφονταν ακόμη 30.226 άνθρωποι, ενώ οι κάτοικοι 90 έως 94 ετών ήταν 119.377. Συνολικά, λοιπόν, 154.072 άνθρωποι στην Ελλάδα είχαν συμπληρώσει τα 90 έτη.
Αν συνυπολογιστούν και οι μικρότερες ηλικίες αυτής της ομάδας, η εικόνα γίνεται πιο σαφής. Οι κάτοικοι 80 έως 84 ετών ήταν 330.332 και εκείνοι 85 έως 89 ετών ήταν 254.279. Έτσι, ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων ηλικίας 80 ετών και άνω έφτανε τους 738.683.
Οι άνω των 65 είναι σχεδόν διπλάσιοι από τα παιδιά
Σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, οι άνθρωποι 65 ετών και άνω αποτελούσαν το 23,7% του πληθυσμού. Τα παιδιά έως 14 ετών αντιστοιχούσαν στο 12,8%, ενώ η ηλικιακή ομάδα 15 έως 64 ετών κάλυπτε το υπόλοιπο 63,5%.
Τη διαφορά αποτυπώνει και ο δείκτης γήρανσης, ο οποίος το 2025 διαμορφώθηκε στο 185,4. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 παιδιά έως 14 ετών αντιστοιχούσαν περίπου 185 άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω.
Τι κατέγραψε η Απογραφή του 2021
Η μεταβολή του πληθυσμού είχε φανεί ήδη στην Απογραφή του 2021. Ο μόνιμος πληθυσμός ήταν τότε 10.482.487 άνθρωποι, από 10.816.286 το 2011, σημειώνοντας μείωση 3,1% μέσα σε μία δεκαετία.
Στο ίδιο διάστημα, οι κάτοικοι 80 ετών και άνω αυξήθηκαν από 583.334 σε 766.043, δηλαδή κατά 31,3%. Η πορεία στις νεότερες ηλικίες ήταν αντίστροφη. Τα παιδιά 0 έως 9 ετών μειώθηκαν από 1.049.839 σε 878.491, ποσοστό 16,3%. Μείωση 22% καταγράφηκε στις ηλικίες 20 έως 29 ετών και 23,2% στις ηλικίες 30 έως 39 ετών.
Πώς άλλαξε η ηλικιακή σύνθεση από το 1951
Το 1951, μόλις το 6,7% του πληθυσμού της Ελλάδας ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω. Τότε, τα παιδιά κάτω των 15 ετών αποτελούσαν το 28,9%.
Το ποσοστό των άνω των 65 έφτασε στο 12,7% το 1981, στο 17,7% το 2001, στο 19,3% το 2011 και στο 22,5% το 2021. Το 2025 διαμορφώθηκε στο 23,7%.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, το μερίδιο των παιδιών κάτω των 15 ετών περιορίστηκε από 28,9% το 1951 σε 12,8% το 2025. Οι δύο αυτές πορείες εξηγούν γιατί οι μεγαλύτερες ηλικίες καταλαμβάνουν σήμερα πολύ μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.
Περισσότερες γυναίκες στις μεγάλες ηλικίες
Η αριθμητική υπεροχή των γυναικών γίνεται εντονότερη όσο ανεβαίνει η ηλικία. Στην ομάδα 80 έως 84 ετών καταγράφονταν περίπου 190.000 γυναίκες και 140.000 άνδρες. Στις ηλικίες 90 έως 94 ετών, οι γυναίκες ξεπερνούσαν τις 75.000, έναντι περίπου 44.000 ανδρών.
Μεταξύ 95 και 99 ετών οι γυναίκες ήταν 19.830 και οι άνδρες 10.396. Στους αιωνόβιους, η διαφορά έφτανε τις 3.083 γυναίκες έναντι 1.386 ανδρών.
Η δημογραφική εικόνα πίσω από τους αριθμούς
Οι 4.469 αιωνόβιοι είναι ένα μικρό μέρος του συνολικού πληθυσμού. Ο αριθμός τους, ωστόσο, συνδέεται με μια ευρύτερη αλλαγή: περισσότεροι από 30.000 κάτοικοι βρίσκονταν στην ηλικία των 95 έως 99 ετών, πάνω από 154.000 είχαν περάσει τα 90 και σχεδόν 739.000 ήταν 80 ετών και άνω.
Την ίδια ώρα, ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται και οι νεότερες ηλικίες αντιπροσωπεύουν μικρότερο ποσοστό από ό,τι στο παρελθόν. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν έτσι μια Ελλάδα όπου περισσότεροι άνθρωποι φτάνουν σε πολύ μεγάλες ηλικίες, ενώ η απόσταση ανάμεσα στον αριθμό των ηλικιωμένων και των παιδιών μεγαλώνει.