Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός λειτούργησε σαν μια σπάνια στιγμή στρατηγικής ειλικρίνειας.
Ο Κάρνεϊ περιέγραψε χωρίς ωραιοποιήσεις τη διάλυση της «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες», παραδέχθηκε ότι επρόκειτο εν μέρει για μια χρήσιμη μυθοπλασία και υπογράμμισε ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται πλέον σε όπλο. Απέρριψε τον αφελή πολυμερισμό, προειδοποίησε για τον κόσμο των «φρουρίων» και κατέληξε στο αμείλικτο συμπέρασμα της νέας εποχής: οι μεσαίες δυνάμεις είτε θα συνδυάσουν ισχύ και συμμαχίες είτε θα υποταχθούν. «Αν δεν βρίσκεσαι στο τραπέζι, βρίσκεσαι στο μενού».
Για την Ελλάδα, αυτή η διαπίστωση δεν ήταν αποκάλυψη. Ήταν προϋπόθεση σχεδιασμού.
Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που αναπτύσσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ και σχεδόν επτά χρόνια βασίζεται ακριβώς στα αξιώματα που ο Καναδός πρωθυπουργός περιέγραψε εκ των υστέρων. Από το 2019, η Αθήνα εγκατέλειψε συνειδητά το δόγμα της παθητικής επίκλησης του διεθνούς δικαίου χωρίς αντίκρισμα και επένδυσε σε κάτι πιο σύνθετο: ισχυρή αποτροπή, στρατηγικές συμμαχίες, γεωπολιτική χρησιμότητα και οικονομική αξιοπιστία.
Η Ελλάδα δεν επιδίωξε απλώς να «είναι στο τραπέζι». Επέλεξε να καταστεί αναγκαίος συνομιλητής, ακόμη και όταν απουσιάζει. Το τρίγωνο συνεργασίας με το Ισραήλ, η στρατηγική σύμπραξη με την Αίγυπτο, η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία και τα αραβικά κράτη, η αναβάθμιση του ρόλου της χώρας στις σχέσεις ΗΠΑ–Ανατολικής Μεσογείου και η σταθερή σύμπλευση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν συγκροτούν απλώς ένα δίκτυο επαφών. Συνθέτουν ένα πλέγμα συμφερόντων, στο οποίο η ελληνική σταθερότητα και ασφάλεια ταυτίζεται με τα συμφέροντα των ισχυρών παικτών.
Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν η Ελλάδα δεν κάθεται στο τραπέζι, δεν βρίσκεται στο μενού. Διότι όσοι κάθονται, εξυπηρετούν –συνειδητά ή αντικειμενικά– και τις ελληνικές θέσεις.
Αυτή η στρατηγική δεν προέκυψε τυχαία. Ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής να οικοδομηθεί ισχύς στο εσωτερικό και αξιοπιστία στο εξωτερικό, με ταχύτητα, συνοχή και απόλυτο έλεγχο των κρίσιμων κέντρων αποφάσεων. Ένα επιτελικό μοντέλο διακυβέρνησης που λειτούργησε αθόρυβα, συχνά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά με καθαρή κατανόηση ότι στη νέα εποχή δεν αρκεί να έχεις δίκιο — πρέπει να μπορείς και να το υπερασπιστείς.
Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, οι αμυντικές συμφωνίες με ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής, η ενεργειακή διπλωματία, η μετατροπή της Ελλάδας σε κόμβο σταθερότητας και διαμετακόμισης, όλα υπηρετούν την ίδια λογική που περιέγραψε ο Κάρνεϊ: την αξία της ισχύος ως προϋπόθεση των αξιών.
Σήμερα, που ακόμη και παραδοσιακά «ήπιες» δυνάμεις αναγνωρίζουν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε φάση ωμής ισχύος, η Ελλάδα έχει ήδη προσαρμοστεί. Όχι με φοβικότητα, αλλά με αυτοπεποίθηση. Όχι αμυντικά, αλλά προληπτικά.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό παράδοξο: την ώρα που άλλοι ανακαλύπτουν τη νέα πραγματικότητα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης την έχει ήδη ενσωματώσει στη στρατηγική του. Με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην αγωνιά για το αν θα κληθεί στο τραπέζι. Διότι έχει φροντίσει, μεθοδικά και ψύχραιμα, να μην είναι ποτέ διαθέσιμη ως μενού.


