Σήμερα αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2027 και θα είναι η έβδομη φορά που ένας προϋπολογισμός προβλέπει μειώσεις φόρων και αυξήσεις δαπανών την ώρα μάλιστα που σε κραταιές χώρες της Ευρώπης γίνεται το αντίθετο.

Για παράδειγμα, στη Γαλλία η πρόβλεψη είναι περικοπές ύψους 43 δισ. ευρώ με μέτρα που προβλέπουν ακόμη και αυξήσεις φόρων. Με απλά λόγια, η Ελλάδα έχει καταφέρει να μειώνει φόρους ενισχύοντας τα εισοδήματα και να αυξάνει τις δαπάνες, που μεταφράζεται και στη στήριξη κοινωνικών ομάδων και όχι μόνο, ενώ παράλληλα αποπληρώνει πρόωρα και χρέος δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο πρόσθετο χώρο για επιπλέον δαπάνες.

Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω. Από τις αρχές του 2026 έχει διατεθεί σχεδόν 1 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση της πίεσης που προκαλεί η ενεργειακή κρίση και τη στήριξη νοικοκυριών αλλά και επιχειρήσεων.

Η σπέκουλα της αντιπολίτευσης

Εδώ έρχεται και η σπέκουλα της αντιπολίτευσης. Δεν μιλάμε για τα περί «ακρίβειας Μητσοτάκη» και όλα τα σχετικά, αλλά για την προσπάθεια να φανεί ότι η κυβέρνηση μπορεί και δεν δίνει επιπλέον στήριξη. Δείτε, για παράδειγμα, το θέμα για τα καύσιμα όπου προσπαθούν να πείσουν πως η κυβέρνηση εξυπηρετεί… συμφέροντα. Ποια είναι αυτά, δεν λένε. Οπως δεν λένε και το ποιοι είναι αυτοί που απαρτίζουν τα καρτέλ.

Ας επανέλθουμε, όμως, στην ουσία. Τάζουν λαγούς με πετραχήλια και δηλώνουν πως αν κυβερνούσαν θα μείωναν ή θα εξαφάνιζαν τον ΕΦΚ, τον ΦΠΑ και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ξέρουν ότι ακούγεται ωραίο στ’ αυτιά των πολιτών. Εκλογές έρχονται και η αντιπολίτευση είναι στη λογική τού «όλα επιτρέπονται». Μόνο που πρόκειται για σπέκουλα και έναν ακραίο πολιτικό καιροσκοπισμό.

Ολοι όσοι τα υπόσχονται γνωρίζουν –αν δεν γνωρίζουν, είναι μεγάλο πρόβλημα– ότι αν δεν υπάρχει μια απόφαση, μια ρήτρα διαφυγής, δεν μπορούν να διατεθούν επιπλέον πόροι. Αυτό προτρέπει την Κομισιόν να κάνει ο πρωθυπουργός μέσω της επιστολής του στην επικεφαλής της.

Γιατί; Διότι υπάρχουν όρια δαπανών και αυτά τα έχουμε σχεδόν αγγίξει μέσα από τα μόνιμα –επαναλαμβάνουμε μόνιμα– μέτρα που εφαρμόζονται μέσα στο 2026 και αυτά που έρχονται το 2027 συν τις επιδοτήσεις για την ενέργεια και τα καύσιμα. Και μην ξεχνάμε ότι πρέπει να υπάρχει και... καβάντζα για έκτακτες περιπτώσεις, πέραν της κρίσης στα καύσιμα.

Η πραγματικότητα είναι ότι με τα σημερινά δεδομένα όποιος υπόσχεται και μιλά για μείωση στον ειδικό φόρο στα καύσιμα –έστω και προσωρινή– για τον ΦΠΑ και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς πρέπει να πει από πού θα βρει τους πόρους να το χρηματοδοτήσει. Δεν είναι κινδυνολογία. Πρέπει να πει τι φόρους θα επιβάλει για να καλύψει τέτοιες ενέργειες.
Δεν ξέρω αν θυμόμαστε τα λεγόμενα «αντίμετρα» που είχαν κυριαρχήσει την περίοδο των μνημονίων. Τότε που για καθετί που επιχειρούσαν να κάνουν οι κυβερνήσεις στο πλαίσιο στήριξης της κοινωνικής συνοχής ήταν υποχρεωμένες να πουν από πού θα εισέπρατταν τα ανάλογα ποσά. Πού και ποιους φόρους θα επέβαλαν.

ΥΓ.: Πραγματικά, η αντιπολίτευση, λέγοντας ότι μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός –που επιδιώκουν την επανεκλογή τους– δεν δίνουν λεφτά για τους πολίτες για να εξυπηρετήσουν αόρατα συμφέροντα, πιστεύει ότι έχει αντίκρισμα.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»