Η ακραία ρητορική, ο διχαστικός λόγος και η τοξικότητα έχουν εκφραστή που οι πολίτες φαίνεται ότι επιλέγουν σε σχέση με τα αντίγραφα.

Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα από τις… φωτογραφίες της στιγμής –δηλαδή τις δημοσκοπήσεις– για την όποια «αναδιάταξη» του πολιτικού σκηνικού προκαλούν τα νέα κόμματα –έστω και με τα παλιά υλικά– θα είναι πιο σαφής και πιο ενδεικτική το προσεχές διάστημα, αφού στις αρχές πάντα υπερισχύει το κλίμα που δημιουργείται και η ανάδειξη των εγχειρημάτων από τα ΜΜΕ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μετά το 2000 είδαμε κόμματα ή υπό ίδρυση κόμματα να φτάνουν σε ποσοστά μέχρι και 20% και στην πορεία του χρόνου να «κάθονται» πολύ χαμηλότερα ή και να εξαφανίζονται φτάνοντας στο σημείο να καταγράφονται στα λοιπά κόμματα στις δημοσκοπήσεις. Και είδαμε και κόμματα να μη φτάνουν σε εκλογές.

Όμως οι φωτογραφίες της στιγμής, πέραν των ποσοστών που καταγράφουν σε πρόθεση και εκτίμηση ψήφου, αναδεικνύουν και άλλες παραμέτρους που ενδεχομένως να είναι πιο χρήσιμες για τις όποιες αναλύσεις. Για παράδειγμα το γεγονός ότι τα νέα κόμματα –αυτά που μέχρι σήμερα έχουμε δει– δεν δείχνουν να επηρεάζουν την κυβερνώσα παράταξη ή τα νέα πρόσωπα δεν φαίνονται να διαμορφώνουν άλλους συσχετισμούς ως προς το ποιος θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός.

Η όποια αναδιάταξη –ή έστω η όποια προσωρινή αναμπουμπούλα– αφορά τα κόμματα μετά την πρώτη θέση στην οποία παραμένει η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη με τις όποιες φθορές μεν αλλά με μια πρωτοκαθεδρία και κυριαρχία που διατηρείται για μία δεκαετία ακριβώς. Και αυτό κάτι σημαίνει, άσχετα αν τα υπόλοιπα –παλαιά και νέα– κόμματα δεν θέλουν να το δουν ή κάνουν ότι δεν το βλέπουν.

Η όποια αναδιάταξη αφορά από τη δεύτερη θέση και κάτω. Εκεί δηλαδή που θα παιχτεί όλο το παιγνίδι στον δρόμο προς τις επόμενες εκλογές και εκεί που θα δούμε να διεξάγεται ένας –ανελέητος μάλλον– πόλεμος πολιτικής επιβίωσης και όχι κυριαρχίας.
Δεν είναι τυχαίες οι αντιδράσεις του ΠΑΣΟΚ και του Νίκου Ανδρουλάκη, για παράδειγμα, που φτάνουν στο σημείο να αντιγράφουν πρακτικές του παρελθόντος αμφισβητώντας τις δημοσκοπήσεις. Ούτε τα σενάρια που στελέχη του καταγράφουν επισήμως και κάνουν λόγο για… συμφωνίες μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, Κυριάκου Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα, και τα οποία απλά αναδεικνύουν έναν πανικό.

Τι άλλο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις; Ότι ο Αλέξης Τσίπρας βρήκε ένα κενό. Όχι αυτό που το ΠΑΣΟΚ άφησε στο Κέντρο επιλέγοντας να διεκδικήσει την αρνητική, αντισυστημική ή αριστερή ψήφο, αλλά ένα κενό με βάση την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως αντισυστημικό κόμμα διαμαρτυρίας και να πείσει αυτούς τους ψηφοφόρους χάνοντας όμως ένα κοινό που κινείται στον χώρο του Κέντρου και αναζητεί σταθερότητα και προοπτική.

Η ακραία ρητορική, ο διχαστικός λόγος και η τοξικότητα έχουν εκφραστή που οι πολίτες φαίνεται ότι επιλέγουν σε σχέση με τα αντίγραφα ή τους εκπροσώπους που εμφανίσθηκαν στο πολιτικό σκηνικό μετά την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά μετά την αποχώρηση του επανεμφανιζόμενου πλέον Αλέξη Τσίπρα.

Ουσιαστικά ακόμη και αυτές οι πρώτες δημοσκοπήσεις που γίνονται με βάση ένα συγκεκριμένο κλίμα στέλνουν μηνύματα. Το ζήτημα είναι ποιοι τα λαμβάνουν και αν θέλουν να τα λάβουν. Και τα μηνύματα τα στέλνουν οι πολίτες και όχι οι δημοσκόποι. Σε κάθε περίπτωση, ο πανικός είναι κακός σύμβουλος. Το ίδιο και οι πρόωροι πανηγυρισμοί.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».