Οι πρόσφατες προσβλητικές δηλώσεις του Έντι Ράμα κατά των Ελλήνων δεν ήταν ατυχές χιούμορ ούτε επικοινωνιακό ατόπημα.
Ήταν μια συνειδητή πολιτική πράξη, απολύτως συνεπής με μια μακρά, συστηματική και εχθρική στρατηγική απέναντι στην Ελλάδα και στον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Όποιος επιμένει να τις αντιμετωπίζει ως «λεκτική υπερβολή», απλώς συμμετέχει στη συγκάλυψη μιας επικίνδυνης πραγματικότητας.
Ο Ράμα δεν μίλησε πρώτη φορά προσβλητικά για τους Έλληνες. Το έκανε επανειλημμένα, ακόμη και εντός ελληνικού εδάφους, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μετατρέποντας τις επισκέψεις του σε πλατφόρμες εθνικιστικής προπαγάνδας. Ο ανθελληνισμός αποτελεί γι’ αυτόν διπλό εργαλείο: εσωτερικής κατανάλωσης, για να συσπειρώνει το εκλογικό του ακροατήριο, και εξωτερικής σκοπιμότητας, για να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος με την Αθήνα.
Η… δήθεν «διόρθωσή» του δεν έσβησε τίποτα. Αντιθέτως, η επιλογή της ειρωνείας αντί της συγγνώμης απέδειξε ότι θεωρεί δεδομένη την ελληνική και ευρωπαϊκή ανοχή. Και δυστυχώς, μέχρι στιγμής, τη διαθέτει!
Η πολιτική Ράμα δεν σταματά στα λόγια… Μετουσιώνεται σε σκληρή πρακτική. Σχεδόν οκτώ χρόνια μετά τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Κατσίφα από την αλβανική αστυνομία, η παντελής απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας παραμένει μια ανοιχτή πληγή και ένα ξεκάθαρο μήνυμα ατιμωρησίας στις αλβανικές αρχές ασφαλείας και μια προειδοποίηση στους ομογενείς μας ότι η ελληνική ταυτότητα στη Βόρειο Ήπειρο στοχοποιείται όταν εκφράζεται με θάρρος!
Ταυτόχρονα, τα Τίρανα εφαρμόζουν ένα οργανωμένο σχέδιο υφαρπαγής περιουσιών, κυρίως στη Χειμάρρα. Με πολεοδομικές αλχημείες και ακυρώσεις τίτλων ιδιοκτησίας, το καθεστώς επιχειρεί την αλλοίωση του πληθυσμιακού και πολιτισμικού χαρακτήρα της περιοχής, εξυπηρετώντας συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα υπό το πρόσχημα της «τουριστικής ανάπτυξης».
Η σύλληψη και φυλάκιση του εκλεγμένου δημάρχου Χειμάρρας, Φρέντη Μπελέρη, αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της αυταρχικής διολίσθησης. Δεν επρόκειτο για μια δικαστική υπόθεση, αλλά για μια ωμή πολιτική εξόντωση. Η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης για την ακύρωση της λαϊκής βούλησης συνιστά de facto κατάργηση της Δημοκρατίας και ευθεία προσβολή κάθε έννοιας κράτους δικαίου.
Ενώ αλλού η αυστηρότητα περισσεύει, στην περίπτωση της Αλβανίας παρατηρείται μια προκλητική ελαστικότητα. Η σιωπή για τη στοχοποίηση της ελληνικής μειονότητας και την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν είναι ουδετερότητα, είναι συνειδητή ανοχή, με αποτέλεσμα η αυθαιρεσία να μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή!
Ο Ράμα δεν διστάζει να επαναφέρει το ζήτημα των Τσάμηδων, εργαλειοποιώντας την ιστορία για να πιέσει την Ελλάδα. Παράλληλα, η πλήρης ευθυγράμμισή του με την Τουρκία –που ξεκίνησε από το 2009, όταν σαν αρχηγός της αντιπολίτευσης τορπίλισε τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με τη χώρα μας– επιβεβαιώνει ότι η Αλβανία λειτουργεί σήμερα ως δορυφόρος των τουρκικών συμφερόντων στα Βαλκάνια, υπονομεύοντας τη γεωπολιτική ισορροπία της περιοχής.
Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να αρκείται σε ανακοινώσεις και διαβήματα... Η αντιμετώπιση του Έντι Ράμα απαιτεί:
-Αδιαπραγμάτευτο βέτο: Η ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας να συνδεθεί άρρηκτα με τον σεβασμό των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και την αποκατάσταση των περιουσιών.
-Διεθνοποίηση: Το ζήτημα της Χειμάρρας και της μειονότητας να τίθεται συστηματικά σε κάθε διεθνές φόρουμ ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι ως «διμερής διαφορά».
-Τέλος στην ανοχή: Η καλή γειτονία δεν είναι μονόδρομος, αλλά αποτέλεσμα αμοιβαίου σεβασμού.
Συμπερασματικά: Ο Έντι Ράμα δεν είναι ένας «δύσκολος γείτονας»... Είναι ένας συστηματικός αναθεωρητής της πραγματικότητας, που αξιοποιεί πολιτικά και γεωπολιτικά τον ανθελληνισμό. Όσο η ανοχή βαφτίζεται ρεαλισμός, η διολίσθηση στον αυταρχισμό θα παγιώνεται ως το νέο «κανονικό» στα ήδη προβληματικά –από άποψη γεωπολιτικής σταθερότητας– Βαλκάνια!


