Στις δημόσιες παρεμβάσεις τους επιβεβαιώνουν ότι οι δημοσκοπήσεις δεν είναι παρά η «φωτογραφία» της στιγμής.
Εν τούτοις, πάντα δείχνουν μια κατεύθυνση την οποία το πολιτικό σκηνικό οφείλει να διαβάσει. Με βάση, λοιπόν, αυτές τις αναγνώσεις των κομματικών επιτελείων δύο είναι τα βασικά στοιχεία: η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σταθερά ένα αρκετά μεγάλο προβάδισμα από το δεύτερο κόμμα και πως ο χώρος της διαμαρτυρίας, της οργής και του αντισυστημικού λόγου αλλάζει πολιτική κατεύθυνση.
Στο επίκεντρο αυτής της μετατόπισης βρίσκεται η σύγκριση ανάμεσα στη Μαρία Καρυστιανού και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Και τα στοιχεία δείχνουν ότι το κόμμα Καρυστιανού ξεφουσκώνει το μπαλόνι της Πλεύσης Ελευθερίας.
Συγκεκριμένα, η δημοσκόπηση της Interview είναι αποκαλυπτική, όχι τόσο για την πρωτιά της ΝΔ, όσο για τις δευτερογενείς ανακατατάξεις. Στην απλή πρόθεση ψήφου, χωρίς νέα κόμματα στο κάδρο, η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφεται στο 5,9%. Ένα ποσοστό που δείχνει αντοχή και σταθερό ακροατήριο. Στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, μάλιστα, φτάνει το 7,3%, ισόπαλη με το ΚΚΕ.
Όμως το πολιτικό ενδιαφέρον ξεκινά όταν οι ερωτώμενοι καλούνται να απαντήσουν σε ένα διαφορετικό σενάριο: τι θα γινόταν αν κατέβαιναν στις εκλογές νέα κόμματα, μεταξύ των οποίων ένα κόμμα Καρυστιανού και ένα κόμμα Τσίπρα. Εκεί, η εικόνα αλλάζει αισθητά. Το κόμμα Καρυστιανού εκτοξεύεται στο 14,5% και καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση, το ΠΑΣΟΚ πέφτει στο 10,5%, το κόμμα Τσίπρα καταγράφει 10%, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας περιορίζεται στο 4,5%.
Η απώλεια αυτή θωρείται κρίσιμη πολιτικά, διότι αρκετοί εκτιμούν ότι πρόκειται για μετακίνηση μέσα στον ίδιο χώρο: τον χώρο της διαμαρτυρίας, της καταγγελίας, της δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό και δικαστικό σύστημα. Έναν χώρο που μέχρι σήμερα η Ζωή Κωνσταντοπούλου θεωρούσε –και σε μεγάλο βαθμό ήταν– προνομιακό της πεδίο. Υπενθυμίζεται, άλλωστε, ότι ανάλογα με τις συγκυρίες (Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ κ.λπ.) η Πλεύση Ελευθερίας, δημοσκοπικά, είτε ανέβαινε (φτάνοντας και στη δεύτερη θέση) είτε έπεφτε στα τάρταρα.
Η εξήγηση είναι λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο ανθρώπινη. Η Κωνσταντοπούλου εκφράζει εδώ και χρόνια έναν συνεπή, σκληρό και θεσμικό αντισυστημισμό. Μιλά για ευθύνες, για παραβιάσεις του κράτους δικαίου, για συγκάλυψη, μολονότι και η ίδια υπήρξε μέλος μιας κυβέρνησης που έφερε μνημόνια, καταπάτησε το κράτος δικαίου και ουδέποτε άγγιξε το άρθρο 86 του συντάγματος. Μάλιστα, τότε υπήρξε ο τρίτος τη τάξη πολιτειακός παράγοντας του κράτους…
Η Καρυστιανού, αντίθετα, δεν εμφανίζεται μόνο ως πολιτικός φορέας καταγγελίας, αλλά ως φορέας μιας συγκεκριμένης πληγής. Το αφήγημά της είναι συγκεκριμένο και η διαφορά της με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι πως φέρει στην πλάτη της ένα ιδιαίτερα βαρύ φορτίο. Και αυτό φαίνεται να λειτουργεί πολύ πιο ισχυρά σε μια δεξαμενή ψηφοφόρων που δεν ζητούν απλώς φωνή αντίστασης, αλλά απάντηση στο «γιατί δεν τιμωρήθηκε κανείς».
Οι δημοσκοπικοί αριθμοί το δείχνουν καθαρά. Το κόμμα Καρυστιανού δεν αντλεί μόνο από τους αναποφάσιστους, αλλά κυρίως από υπάρχοντες χώρους διαμαρτυρίας. Και η Πλεύση Ελευθερίας είναι ο πρώτος που επηρεάζεται. Όχι γιατί χάνει τη βάση της, αλλά γιατί χάνει το μονοπώλιο της αγανάκτησης. Με λίγα λόγια, παύει να είναι ο βασικός εκφραστής ενός συναισθήματος που πλέον βρίσκει πιο «φρέσκια» και πιο άμεση πολιτική έκφραση αλλού.
Δηλαδή, το δήθεν «αντισυστημικό» δεν εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει πρόσωπο, εξ ου και αρκετοί περιμένουν μια άνευ προηγουμένου σύγκρουση ανάμεσα στις «δύο».
Και μπορεί η ίδια η κ. Κωνσταντοπούλου να υποστηρίζει ότι «δεν είναι πολιτική μου αντίπαλος η κ. Καρυστιανού σε καμία περίπτωση. Είναι μία από τις μητέρες που έδωσε και δίνει έναν αγώνα για τη δικαίωση του παιδιού της. Αυτό ούτε διαγράφεται ούτε θα το βάλουμε στην άκρη. Είναι δικαίωμά της να κάνει κόμμα», αλλά οδεύοντας προς τις εκλογές και αν η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφεται χαμηλά, θα υπάρξει σίγουρα αντίδραση.
Σε κάθε περίπτωση, το αν αυτή η δυναμική (και των δύο) θα διατηρηθεί στον χρόνο, κανείς δεν μπορεί να το πει με βεβαιότητα. Όμως οι αριθμοί είναι σαφείς: το «μπαλόνι» της Πλεύσης Ελευθερίας δεν σκάει από επίθεση. Ξεφουσκώνει γιατί ο αέρας της κοινωνικής οργής μεταφέρεται αλλού…


