Με ένα μείγμα αντισυστημικής ρητορικής, συναισθηματικής φόρτισης και ιδεολογικού «αχταρμά» επιχειρεί, πλέον, η Μαρία Καρυστιανού να προσελκύσει ψηφοφόρους, μετά την απόφασή της να κατέλθει στην πολιτική σκηνή.
Πίσω όμως από το περιτύλιγμα της «δικαιοσύνης» και της «κάθαρσης», αρχίζει να διακρίνεται ένα γνώριμο πολιτικό πατρόν: το οργανωτικό και ιδεολογικό DNA της Νίκης, ντυμένο με έναν πιο «λαϊκό», ευρωπαϊκού τύπου λαϊκισμό, που θυμίζει –όπως επισημαίνουν έμπειροι πολιτικοί αναλυτές– τη Λεπέν.
Μέχρι στιγμής, κανένας από τους γνωστούς συνεργάτες της Μαρίας Καρυστιανού δεν προέρχεται εκτός του πολιτικού οικοσυστήματος της Νίκης. Αντιθέτως, πρόκειται για πρόσωπα που έχουν πολιτευθεί, εκλεγεί ή κινηθεί επί χρόνια στον ίδιο ιδεολογικό χώρο. Η ίδια μπορεί να δηλώνει ότι δεν θέλει στο κόμμα της «κανέναν από το παλιό πολιτικό σύστημα», ωστόσο φαίνεται πως αυτή η αρχή έχει πολλές εξαιρέσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μαρίας Γρατσία, της στενότερης συνεργάτιδάς της, η οποία υπήρξε υποψήφια με τη Νίκη, χωρίς να εκλεγεί. Το ίδιο ισχύει και για άλλα στελέχη που εμφανίζονται σήμερα ως άτυποι σύμβουλοι, συνομιλητές ή οργανωτικοί βραχίονες του νέου εγχειρήματος. Η κυρία Καρυστιανού, στην πράξη, έχει θερίσει πολιτικά τη Νίκη, εξ ου κιόλας το κόμμα του Νατσιού πλέον εμφανίζεται δημοσκοπικά εκτός Βουλής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η λεγόμενη «επιτροπή σοφών», ένα όργανο που αν κρίνει κανείς από τα πρόσωπα που συμμετέχουν, μάλλον θα του δημιουργηθούν απορίες ως προς τις επιλογές Καρυστιανού. Στον πυρήνα της βρίσκεται η Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, συγγραφέας βιβλίων συνωμοσιολογικού χαρακτήρα, ένθερμη υποστηρίκτρια της επιστροφής στη δραχμή και γνωστή για τις φιλορωσικές της τοποθετήσεις. Το βιβλίο της «Συνωμοτική “Παγκοσμιοποίηση”» έχει μεταφραστεί στα ρωσικά, ενώ η ίδια έχει μιλήσει επανειλημμένα για στενές σχέσεις με τη Μόσχα.
Η Νεγρεπόντη-Δελιβάνη έχει δηλώσει δημόσια ότι συμβουλεύει την Καρυστιανού για τα οικονομικά και ότι ανήκει στον στενό της κύκλο. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο οι οικονομικές της θέσεις, αλλά ο ευρύτερος πολιτικός της λόγος. Σε διαδικτυακή παρουσίαση βιβλίου, μίλησε ανοιχτά για «αιματηρή επανάσταση» ως λύση για την Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας «προδότες» όσους κυβερνούν τη χώρα. Θέσεις που δεν έχουν ποτέ αποδοκιμαστεί από την ίδια την Καρυστιανού. Θυμίζουμε, δε, ότι η ίδια ήταν αναφανδόν υπέρ της δραχμής! Στο ίδιο τραπέζι βρέθηκε και ο δημοσιογράφος Παντελής Σαββίδης, γνωστός για τις φιλορωσικές και φιλοπουτινικές απόψεις του, ο οποίος εμφανίζεται ως συνομιλητής της νέας πολιτικής προσπάθειας. Το παζλ συμπληρώνεται από πρόσωπα όπως ο Νίκος Παπαδόπουλος, ο οποίος υπερασπίστηκε δημόσια την Καρυστιανού για τις αμβλώσεις. Δίπλα του, ο Νίκος Βρεττός, ένας από τους ελάχιστους εν ενεργεία βουλευτές που –σύμφωνα με πληροφορίες– η Καρυστιανού θα ήθελε στο κόμμα της. Και ακόμη πιο γραφική, αλλά όχι αμελητέα, η παρουσία του Αθανάσιου Τσόκα, ο οποίος δηλώνει «προικισμένος από τον Θεό» και υποστηρίζει ότι οι πολιτικές του θέσεις προέρχονται από τον… Υψιστο.
Σε κάθε περίπτωση, η Καρυστιανού απευθύνεται δημοσκοπικά σε ένα ετερόκλητο ακροατήριο: κεντρώους, κεντροαριστερούς, αριστερούς και δεξιόστροφους ψηφοφόρους. Εδώ εντοπίζεται και η μεγάλη αντίφαση. Το ακροατήριο μοιάζει πολυσυλλεκτικό, αλλά οι θέσεις, τα πρόσωπα και η ρητορική είναι βαθιά μονοχρωματικά.
Ο λόγος περί «διεφθαρμένων πολιτικών», «ξεπουλημένων θεσμών», «φυλακίσεων» και «δημεύσεων περιουσιών» θεωρείται από πολλούς ως μια δοκιμασμένη συνταγή («πάνω» και «κάτω» πλατείες για παράδειγμα) αλλά και ως κλασικός λόγος του ακραίου λαϊκισμού, με μηδενική εμπιστοσύνη στη δημοκρατική διαδικασία. Είναι ο ίδιος λόγος που στην Ευρώπη εκφράστηκε από τη Μαρίν Λεπέν, απλώς εδώ ντύνεται με πιο «ελληνικό» συναίσθημα και βέβαια με το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών.
Θυμίζει, επίσης, επικίνδυνα την ελληνική εμπειρία του 2015. Το «ηθικό πλεονέκτημα», τα «καθαρά χέρια», η απόλυτη δαιμονοποίηση των αντιπάλων. Τότε εκφράστηκε από τον Αλέξη Τσίπρα και τους συμμάχους του, με το κόστος για την ελληνική κοινωνία να είναι πλέον γνωστό. Στην ουσία, η Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να επιχειρεί τη δημιουργία μιας Νίκης 2.0. Ενα κόμμα που θα πατά πάνω σε ένα δυστύχημα, θα επενδύει στον θυμό και θα προσπαθεί να αντικαταστήσει τη λογική με το συναίσθημα.
Με το κοστούμι του Νατσιού και το ταγέρ της Λεπέν, η Καρυστιανού βαδίζει σε ένα γνώριμο και σκοτεινό μονοπάτι: της τοξικότητας και του ακραίου λαϊκισμού. Ενα μονοπάτι που η χώρα έχει ήδη περπατήσει και το έχει πληρώσει πανάκριβα.


