Σε ζώνη αυξημένου κινδύνου μετατρέπεται η Κυπριακή Δημοκρατία στη σκιά της κλιμακούμενης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Το πρωί της Τετάρτης, δύο ημέρες μετά την επίθεση από τέσσερα drones τύπου Σαχίντ, υπήρξε αναφορά για «πιθανό ύποπτο αντικείμενο» πλησίον του εναέριου χώρου του Λιβάνου. Άμεσα, απογειώθηκαν δύο ελληνικά F-16, τα οποία ύστερα από επιχείρηση αρκετής ώρας δεν εντόπισαν κάποια απειλή.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το πράσινο φως που έδωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην αποχώρηση του μη απαραίτητου προσωπικού από την αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία και τους ισχυρισμούς της Αγκυρας ότι ο ιρανικός βαλλιστικός πύραυλος που αναχαιτίστηκε πάνω από τον τουρκικό εναέριο χώρο κατευθυνόταν προς την Κύπρο, αντανακλά την επικινδυνότητα της κατάστασης αλλά και τη σημασία που προσλαμβάνει η συνδρομή της Αθήνας στη Λευκωσία.

Πέραν της αυτοτελούς συμβολικής και επιχειρησιακής αξίας που έχει η ενίσχυση της κυπριακής αεράμυνας με τέσσερα μαχητικά αεροσκάφη και δύο φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού, οι οποίες κατέπλευσαν χθες το πρωί στο λιμάνι της Λεμεσού, η ελληνική στάση κινητοποίησε και έτερες ευρωπαϊκές χώρες να συνδράμουν την Κύπρο.

«Υπεύθυνα παρούσα»

«Η προσοχή μας στρέφεται στην Κύπρο, που αποτελεί τον βραχίονα του ελληνισμού και δυστυχώς βρίσκεται πολύ πιο κοντά από την Ελλάδα στην εμπόλεμη ζώνη. Η Ελλάδα είναι παρούσα με ευθύνη και ισχύ όπου την καλεί το εθνικό καθήκον και θέτει τις αναβαθμισμένες Ένοπλες Δυνάμεις της στην υπηρεσία του οικουμενικού ελληνισμού», υπογράμμισε χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τον ορισμό εκλογικής περιφέρειας των απόδημων.

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, η βοήθεια της Ελλάδας στην Κύπρο έχει «αμυντικό και ειρηνικό» χαρακτήρα που βασίζεται «στη διμερή και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» και αποσκοπεί στο «να αποτραπούν απειλητικές ενέργειες εναντίον του ανεξάρτητου κράτους της Κύπρου». Ενώ υποστήριξε ότι στα αχαρτογράφητα νερά των νέων διεθνών ανακατατάξεων «η εσωτερική σταθερότητα της χώρας γίνεται ακόμα περισσότερο προϋπόθεση ασφάλειας και προόδου».

Επιπλέον, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις χώρες που ακολούθησαν το παράδειγμα της Ελλάδας ανακοινώνοντας ότι θα στείλουν οπλικά συστήματα στη Μεγαλόνησο, χαρακτηρίζοντάς τη «μια θετική εξέλιξη, διότι καταδεικνύει ότι η απειλή κατά της Κύπρου είναι απειλή κατά εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Ειδικότερα, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, με διάγγελμά του γνωστοποίησε ότι, πέραν από τις υπάρχουσες γαλλικές πλατφόρμες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, θα αποστείλει περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη αλλά και τη φρεγάτα «Languedoc», που ήδη βρίσκεται σε κυπριακά ύδατα. Ακόμη, επιβεβαίωσε την αποστολή του αεροπλανοφόρου «Charles de Gaulle» στη Μεσόγειο, διαβεβαιώνοντας ότι το Παρίσι θα επικεντρωθεί στον συντονισμό των στρατιωτικών ενεργειών «με τους Έλληνες φίλους μας».

Από πλευράς Γερμανίας, αναμένεται η αποστολή ενός πολεμικού πλοίου στο νησί «το συντομότερο δυνατό», ενώ η Ιταλία πέραν των δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών της, Αντόνιο Ταγιάνι, ότι «το Ιράν πρέπει να προσέξει», φαίνεται ότι εξετάζει και την αποστολή μιας φρεγάτας τύπου FREMM.

Η περίπτωση της Βρετανίας είναι ιδιάζουσα, καθώς ουσιαστικά οδηγήθηκε στο να αποστείλει, εν τέλει, ελικόπτερα με δυνατότητες αντιμετώπισης drones και το αντιτορπιλικό «HMS Dragon» στην περιοχή, συνοδεύοντας την απόφαση αυτή με τη διαβεβαίωση ότι παραμένει «πλήρως αφοσιωμένη στην ασφάλεια της Κύπρου».

Πιο συγκεκριμένα, οι επιθέσεις της περασμένης Δευτέρας από τέσσερα ιρανικά drones που εκτοξεύτηκαν από την εδρεύουσα στον Λίβανο Χεζμπολάχ είχαν ως στόχο την κυρίαρχη βρετανική στρατιωτική βάση στο Ακρωτήρι.

Κι ενώ οι επιθέσεις σήμαναν συναγερμό στη Λευκωσία, η οποία προέβη σε άμεσο αίτημα στην Αθήνα για βοήθεια, το Λονδίνο αντιμετώπισε την κατάσταση με εμφανή αμηχανία και αρκέστηκε στην τοποθέτηση του Βρετανού πρωθυπουργού, Κιρ Στάρμερ, ότι «οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο δεν χρησιμοποιούνται από βομβαρδιστικά των ΗΠΑ».

Η απόφαση της Αθήνας και εν συνεχεία της Γαλλίας –που έχει πολλαπλά συμφέροντα και ενδιαφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο– φαίνεται πως ενόχλησε τα «αυτοκρατορικά» αντανακλαστικά της Βρετανίας και πυροδότησε δριμεία κριτική στο εσωτερικό.

Ο πρώην αμυντικός ακόλουθος, Τζον Φόρμαν, κατηγόρησε την κυβέρνηση των Εργατικών ότι η απόφασή της «φαίνεται να υπαγορεύτηκε περισσότερο από την είδηση ότι οι Γάλλοι στέλνουν πλοία στην περιοχή», προσθέτοντας ότι το υπουργείο Άμυνας της χώρας του «βρέθηκε πίσω από τις εξελίξεις και τώρα σπεύδει να καλύψει το χαμένο έδαφος. Αποτυχία σχεδιασμού, πληροφόρησης και διορατικότητας». «Η Βρετανία έχει καταντήσει διεθνής περίγελος υπό τον Κιρ Στάρμερ», έγραψε στο X ο Βρετανός δημοσιογράφος Άντριου Πιρς.

Το ζήτημα των βρετανικών βάσεων, καθώς και της επίθεσης που υπέστησαν, απασχόλησε την ελληνική Βουλή. Πιο συγκεκριμένα, ο γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, ζήτησε την καταγγελία της συμφωνίας «παραχώρησης υποδομών στους αμερικανονατοϊκούς», εννοώντας τη Σούδα και τις λοιπές στρατιωτικές διευκολύνσεις που παρέχει η Ελλάδα στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας την ανάγκη επιστροφής όλων των μονάδων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από το εξωτερικό.

Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι η εξοπλιστική συνδρομή προς την Κύπρο έγινε για την προστασία των βρετανικών βάσεων. Ο κ. Μητσοτάκης, απαντώντας στη δευτερολογία του, σημείωσε ότι η ελληνική βοήθεια αφορά την Κύπρο και όχι τις βάσεις. «Θα περίμενα από εσάς στο ζήτημα αυτό μεγαλύτερη υπευθυνότητα, όταν για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες έμπρακτα η Ελλάδα συνδράμει την Κύπρο σε μία πολύ δύσκολη γεωπολιτική συγκυρία», πρόσθεσε ο πρωθυπουργός.

Εν συνεχεία, σε συνομιλία του με τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες, ο κ. Κουτσούμπας υποστήριξε ότι «γνωρίζει» πως δύο από τα τέσσερα drones που αναχαιτίστηκαν στην Κύπρο είχαν ως στόχο τη Σούδα. Στρατιωτικές πηγές, ερωτηθείσες από το «Μανιφέστο», ανέφεραν ότι δεν υπήρξαν drones που να εντοπίστηκαν να κατευθύνονται προς τη Σούδα ή οπουδήποτε στην Ελλάδα, ενώ κυβερνητικές πηγές σχολίασαν «για διακίνηση fake news στους διαδρόμους της Βουλής».

Αυξημένη επαγρύπνηση

Τη δύσκολη κατάσταση στη Μέση Ανατολή και τους πιθανούς κινδύνους που αντιμετωπίζει και η χώρα μας περιέγραψε ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, κατά τη χθεσινή συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, η οποία διήρκεσε πάνω από τέσσερις ώρες.

Οπωσδήποτε, η ανησυχία της κυβέρνησης για τις επιπτώσεις της κλιμακούμενης σύγκρουσης έχει και έτερες πτυχές. Η φρούρηση των κρίσιμων υποδομών, στρατιωτικών και λοιπών, όπως και αυτών που σχετίζονται με τα εμπόλεμα μέρη (αμερικανικών, ισραηλινών συμφερόντων κ.λπ.) έχει αυξηθεί.

Ακόμα, ανησυχία υπάρχει και για πιθανά μεταναστευτικά κύματα προς τη χώρα μας. Παρότι, σύμφωνα με τις αρμόδιες πηγές, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις, από την περασμένη Δευτέρα, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, έδωσε εντολή να διακοπεί η διαδικασία εξέτασης ασύλου για τους Ιρανούς.