Τι σηματοδοτεί η απόκτηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» για την αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδας.

Τον περασμένο Απρίλιο, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσίασε στη Βουλή τον δωδεκαετή, ύψους 25 δισ. ευρώ, Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ) των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεταξύ αυτών, περιλαμβανόταν και η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα πρόγραμμα προστασίας πέντε επιπέδων της χώρας, το οποίο εξειδικεύτηκε αργότερα από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια.

Ο ελληνικός αμυντικός θόλος, που εκτιμάται ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του θα είναι έτοιμος το 2027, απασχόλησε αρκούντως· είτε σχετικά με ζητήματα επιχειρησιακής φύσεως –δεδομένης και της αλλαγής του δόγματος αποτροπής– είτε περί των συστημάτων (αεράμυνας) που θα τον θεμελιώσουν, και δη των καινούργιων.

Προχθές, η αρμόδια επιτροπή της Βουλής έδωσε το πράσινο φως στο εξοπλιστικό πακέτο 5 δισ. ευρώ, περιλαμβανομένης της «Ασπίδας του Αχιλλέα» (κοστίζει 3 δισ.). Το τελικό βήμα είναι η έγκριση του προγράμματος από το ΚΥΣΕΑ, το οποίο αναμένεται να συνεδριάσει την προσεχή Δευτέρα. Στη συνέχεια, η αρμόδια διεύθυνση του ΥΠΕΘΑ, η ΓΔΑΕΕ (Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων), θα τρέξει τις διαπραγματεύσεις με τις ισραηλινές εταιρείες (τελική τιμή, τεχνικές προδιαγραφές, χρονοδιάγραμμα παραδόσεων, συμμετοχή ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας κ.λπ.).

Αλλά πώς θα λειτουργήσει η «Ασπίδα του Αχιλλέα»; Τι σηματοδοτεί για την αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδας η απόκτησή της; Πώς επιδρά στις σχέσεις Αθήνας-Ιερουσαλήμ αλλά και στη σχέση αμφότερων με την Ουάσιγκτον; Γιατί έμεινε εκτός κάλυψης η Κύπρος;

Αυτά πραγματεύονται οι Άρι Σικουρέλ και Τζόνα Μπρόντι σε ανάλυσή τους στην αμερικανική φιλοϊσραηλινή δεξαμενή σκέψης JINSA, με τίτλο «Οι Ασπίδες του Αχιλλέα και του Δαβίδ: Μια αμυντική αρχιτεκτονική Ελλάδας-Ισραήλ» (19 Φεβρουαρίου).

Όπως έχει εξηγήσει ο κ. Δένδιας και περιγράφουν οι συγγραφείς, η «Ασπίδα» θα προσφέρει άμυνα σε πέντε επίπεδα και τομείς: έναντι πυραύλων, αεροσκαφών, drones, πλοίων και υποθαλάσσιων απειλών. Ο «θόλος» αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση από μια κατακερματισμένη άμυνα σε μια «πολυεπίπεδη, πολυτομεακή πρωτοβουλία αεράμυνας και θαλάσσιας άμυνας» που αποσκοπεί στην προστασία της χώρας «από τις απειλές της Τουρκίας».

Ειδικότερα, συνδέοντας αισθητήρες και συστήματα διοίκησης και ελέγχου σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, η «Ασπίδα» στοχεύει στην παροχή «πολυεπίπεδης κάλυψης, κοινής εικόνας της κατάστασης και συντονισμένες επιχειρήσεις, επιτρέποντας στις ελληνικές αμυντικές δυνάμεις να διαχειρίζονται την πληθώρα απειλών και να λειτουργούν ως ένα συνεκτικό σύστημα και όχι ως ένα σύνολο ανεξάρτητων στοιχείων». Έτσι, αποτρέπεται και ο κορεσμός της άμυνας και κάθε απειλή αντιμετωπίζεται με το ανάλογο και όχι με αναντίστοιχο όπλο.

Κάθε επίπεδο άμυνας θα στηρίζεται τόσο σε υφιστάμενα όσο και σε νέα εξοπλιστικά συστήματα. Η αντιπυραυλική άμυνα θα περιλαμβάνει τα συστήματα αεράμυνας Patriot και S-300, ενισχυμένα από το ισραηλινό David’s Sling (προηγμένο σύστημα αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς που είναι σχεδιασμένο να αναχαιτίζει βαλλιστικούς πυραύλους). Η αντιαεροπορική άμυνα θα βασίζεται στα διαθέσιμα Patriot, IRIS-T SLM, HAWK και Crotale, ενώ θα ενισχυθεί περαιτέρω με το ισραηλινό Barak MX (σύγχρονο αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό σύστημα).

Στο επίπεδο αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών (anti-drones), θα αξιοποιηθεί, μεταξύ άλλων, το ελληνικό soft kill σύστημα «Κένταυρος», ενώ αναμένεται και η προμήθεια του αντιαεροπορικού συστήματος SPYDER. Τέλος, στο αντιπλοϊκό σκέλος, οι υφιστάμενες πλατφόρμες –τα F-16 με πυραύλους Harpoon, τα Rafale με Exocet και οι φρεγάτες ΜΕΚΟ κλάσης «Ύδρα»– θα πλαισιωθούν από πολλαπλούς εκτοξευτές πυραύλων PULS.

«Για την Ελλάδα, η συνεργασία με το Ισραήλ προσφέρει πρόσβαση σε αμυντικά συστήματα που έχουν δοκιμαστεί στη μάχη και πρόσβαση σε εκτεταμένη επιχειρησιακή εμπειρία», σημειώνεται. Ακόμη, υποστηρίζεται ότι τα ισραηλινά συστήματα παρέχουν στην Αθήνα έναν πιο «οικονομικά αποδοτικό τρόπο» να ανταποκριθεί στις απειλές που αντιμετωπίζει.

Η Κύπρος

Όσον αφορά την Κύπρο, αναφέρεται πως το ότι παρέμεινε «εκτός του προστατευτικού περιβλήματος της πιο προηγμένης αμυντικής προσπάθειας που χτίζει η Ελλάδα» ενδέχεται να δημιουργούσε «κενό ασφαλείας που θα μπορούσε να υπονομεύσει την ελληνική και περιφερειακή ασφάλεια».

Φυσικά, οι εκτιμήσεις μπορούν να ξεπεραστούν από την πραγματικότητα, όπως έδειξε η πρόσφατη εξοπλιστική συνδρομή της Αθήνας στη Λευκωσία. Δεν πρέπει, δε, να λησμονάται ότι η τελευταία έχει αυξήσει σημαντικά τις ισραηλινές αμυντικές προμήθειες.

Επιπλέον, οι δύο αναλυτές εκτιμούν ότι η συνεργασία στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για το πώς ικανοί εταίροι της αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο στην περιφερειακή άμυνα.

Όπως σημειώνουν, «η Ασπίδα δεν χρησιμεύει μόνο ως εθνική αμυντική αρχιτεκτονική της Ελλάδας, αλλά και ως ένα αποτελεσματικό μέσο για την ευθυγράμμιση των ελληνοϊσραηλινών αμυντικών προσεγγίσεων… σε ένα πρότυπο συνεργασίας για άλλους εταίρους των ΗΠΑ που αντιμετωπίζουν παρόμοιες απειλές».

Η Ουάσιγκτον έχει άλλη θεώρηση, καθώς έσπευσε να μοιραστεί την όχλησή της με Αθήνα και Ιερουσαλήμ για την ποσότητα εξοπλιστικών που αγοράζει η πρώτη από τη δεύτερη.

«Οι κοινές περιφερειακές απειλές που αποτελούν την αιτία ώστε η Ελλάδα να επιθυμεί να κατασκευάσει την Ασπίδα (σ.σ.: Τουρκία) υπογραμμίζουν την ανάγκη να μετακινηθεί η αμυντική συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ πέρα από μια σχέση κυρίως ad hoc πωλήσεων όπλων, προς ένα πιο ολοκληρωμένο αμυντικό δίκτυο», τονίζεται στο κείμενο, ενώ προτείνεται η μεγαλύτερη ανάπτυξη αμερικανικών αεροναυτικών αισθητήρων στην Κύπρο.