Σήμερα, πρώτο άρθρο του χρόνου και δεν θα γράψω για πολιτική, τουλάχιστον όχι όπως την έχουμε συνηθίσει, όχι όπως τη βλέπουμε να ξετυλίγεται καθημερινά στις οθόνες μας.

Σήμερα θα γράψω για την πολιτική αλλιώς, για την ύψιστη πολιτική: για την ανθρωπιά.

Τις μέρες των γιορτών περπατώντας στα εμπορικά κέντρα, ανάμεσα σε φώτα, βιτρίνες και σακούλες γεμάτες δώρα, είδα ανθρώπους έξω, στα περάσματα, να απλώνουν το χέρι και να ζητούν βοήθεια. Δεν ξέρω –και κανείς μας δεν ξέρει πραγματικά– αν όλοι είχαν ανάγκη, αν όλοι λένε την αλήθεια, αν όλοι βρέθηκαν εκεί από ανάγκη ή από συνήθεια. Αυτή η αμφιβολία υπάρχει μέσα μας και είναι ανθρώπινη. Όμως δεν θέλω να μείνω εκεί, γιατί αν μείνω εκεί, χάνεται η ουσία.

Η ουσία ήταν αλλού. Ήταν στα πρόσωπα των ανθρώπων που σταματούσαν. Στο χαμόγελο εκείνων που έβγαζαν κάτι από τις σακούλες τους, που έδιναν λίγο φαγητό, που έβαζαν το χέρι στην τσέπη και άφηναν έστω πενήντα λεπτά. Ήταν στη χαρά τους. Μια χαρά αθόρυβη, αυθεντική, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Και αυτό ήταν που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση: φέτος είδα περισσότερους ανθρώπους χαρούμενους να προσφέρουν, περισσότερους από κάθε άλλη φορά.

Δεν ξέρω αν ήταν το πνεύμα των γιορτών, αν ήταν ένα αυθόρμητο αντανακλαστικό, ή αν απλώς εγώ ήμουν πιο έτοιμη να το δω. Ξέρω όμως ότι είδα τη χαρά της προσφοράς να γίνεται πράξη, την αλληλεγγύη να αποκτά πρόσωπο, την αλληλοβοήθεια να θυμίζει πως, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα, κάτι βαθιά ανθρώπινο απομένει, και επιμένει.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη. Να βλέπεις τον άλλον, τον πιο αδύναμο, και να δίνεις βοήθεια από τη δική σου ανάγκη να προσφέρεις, όχι εξαιτίας της δικης του, χωρίς να ρωτάς πολλά.

Καλή χρονιά. Με ό,τι μπορεί να σημαίνει η λέξη «καλή» για τον καθένα μας. Και με λίγη περισσότερη ανθρωπιά να μας συνοδεύει.