Για πρώτη φορά ένα εξτρεμιστικό κόμμα, που για πολλούς εντός και εκτός Γερμανίας εμπνέεται από τις ναζιστικές ιδέες και αντιλήψεις, υποσκελίζει με άνεση τις παραδοσιακές δυνάμεις.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Ένα ηχηρό μήνυμα αλλαγής
Ο εκλογικός θρίαμβος της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στο κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ, στην καρδιά της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, είναι εξαιρετικά πιθανό ν’ αποτελέσει ένα ηχηρό μήνυμα για αλλαγή συσχετισμών. Οχι μόνο στη Γερμανία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, αφού είναι η πρώτη φορά που ένα εξτρεμιστικό κόμμα, που για πολλούς εντός και εκτός Γερμανίας εμπνέεται από τις ναζιστικές ιδέες και αντιλήψεις, υποσκελίζει με χαρακτηριστική άνεση τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις και αναδεικνύεται σε κυρίαρχο του (πολιτικού) παιχνιδιού.
Το τελευταίο είναι άκρως ανησυχητικό, όχι τόσο διότι ακολουθούν αρκετές κρίσιμες τοπικές αναμετρήσεις σε γερμανικά κρατίδια, αλλά γιατί τους πρώτους μήνες του 2029 είναι προγραμματισμένες οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία. Και το αποτέλεσμα της προηγούμενης αναμέτρησης που «ανέβασε» την AfD σε ποσοστά μεγαλύτερα του 20% φαίνεται πλέον ξεκάθαρα πως δεν ήταν συγκυριακό.
Αντιθέτως, καταγράφει μια έντονη τάση που υποκρύπτει την απογοήτευση των ψηφοφόρων από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα και την ανάγκη να εκφραστούν αυτοί αντισυστημικά και, από την άλλη πλευρά, την αδυναμία του ίδιου του πολιτικού συστήματος να «μιλήσει» σ’ αυτούς τους πολίτες πειστικά και να σταθεί δίπλα τους στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Η τομή Ανατολής και Δύσης
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας υπάρχει μια διαιρετική τομή ανάμεσα στην άλλοτε Δυτική και την άλλοτε Ανατολική Γερμανία. Και διόλου τυχαίο είναι ξανά πως η AfD καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά του στις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας και στις νεαρές ηλικίες, κάτι που με τη σειρά του έχει μια δίδυμη ερμηνεία.
Αφενός αποτυπώνει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες ανάμεσα στις διάφορες περιοχές και κυρίως τη διαχρονική αδυναμία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ν’ ακολουθήσει τη Δυτική Γερμανία ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης και απασχόλησης.
Αφετέρου μαρτυρά με ανάγλυφο τρόπο ότι οι νέοι ψηφοφόροι έχουν «κενά» ως προς τη γνώση της γερμανικής ιστορίας, και στον βωμό της αντιδραστικής, αντισυστημικής ψήφου κλείνουν τα μάτια όσον αφορά τις φιλοναζιστικές ιδέες στελεχών της AfD επειδή ακριβώς δεν γνωρίζουν τις… «αμαρτίες» που παρελθόντος. Ή ακόμα χειρότερα: τις έχουν απενοχοποιήσει λόγω της οργής και της απελπισίας που αισθάνονται μπροστά στην ανεργία, την ανέχεια και τις δύο ταχύτητες με τις οποίες «τρέχει» η γερμανική οικονομία.
Η αντισυστημική ψήφος
Κάπως έτσι πρέπει να διαβαστεί ακόμη και το μήνυμα της αυξημένης συμμετοχής των ψηφοφόρων στην εκλογική διαδικασία της Κυριακής, αφού οι περισσότεροι προτίμησαν να πάνε στην κάλπη και να εκφράσουν με ηχηρό τρόπο τη διαμαρτυρία τους.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το κεντροδεξιό κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) έχασε την πλειοψηφία στο κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ για πρώτη φορά ύστερα από 20 χρόνια, ενώ στις ηλικίες κάτω των 25 ετών ήταν τελευταίο κόμμα, με μονοψήφια ποσοστά. Μία ακόμη έκφραση της αντισυστημικής ψήφου ως προς τις νεαρές ηλικίες αποτυπώνεται και στα υψηλά ποσοστά της Αριστεράς (Die Linke) σε σχέση με το συνολικό αποτέλεσμα.
Τα σενάρια της επόμενης ημέρας
Τι γίνεται όμως όσον αφορά τα σενάρια της επόμενης ημέρας; Η μη εξασφάλιση της αυτοδυναμίας από την AfD τείνει να εξελιχθεί σε ένα… λιγότερο κακό ενδεχόμενο – τα πράγματα δηλαδή θα ήταν ασφαλώς πολύ χειρότερα εάν το εξτρεμιστικό κόμμα αποκτούσε την αυτοδυναμία.
Ηδη, ωστόσο, έχουν κυκλοφορήσει σενάρια ν’ αναλάβει την εξουσία με τη λεγόμενη «ψήφο ανοχής» του –επίσης εξτρεμιστικού– κόμματος της Σάρα Βάγκεκνεχτ. Ενα ακόμη ενδεχόμενο που είναι αποτρεπτικό για την AfD είναι το CDU να συγκροτήσει ένα «τείχος προστασίας» με τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου απέναντι στην Εναλλακτική για τη Γερμανία, όπως είχε συμβεί στο κρατίδιο της Θουριγγίας πριν από δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει όμως ότι θα πρέπει να συμπράξει με την Αριστερά, γεγονός που συγκεντρώνει ήδη αρκετές αντιδράσεις στο εσωτερικό και των δύο κομμάτων.
Σε κάθε περίπτωση, το πλήγμα που έχει υποστεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και προσωπικά ο καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, είναι δεδομένα. Και ενδέχεται να υπάρξει συνέχεια, αφού η δημοτικότητά του καταγράφει ιστορικά χαμηλά σε όλες τις δημοσκοπήσεις, εντείνοντας το δυστοπικό σκηνικό με τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2029 στο φόντο.