Η Εναλλακτική για τη Γερμανία κέρδισε 39 από τις 83 έδρες στο Μαγδεμβούργο, μένοντας μόλις τρεις μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία.
Η αριθμητική αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το τοπικό Σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ προβλέπει ότι, ύστερα από δύο αποτυχημένες ψηφοφορίες για την εκλογή πρωθυπουργού, μπορεί να ακολουθήσει τρίτη στην οποία αρκεί η πλειοψηφία όσων ψηφίζουν. Η AfD χρειάζεται συνεπώς είτε λίγες πρόσθετες ψήφους είτε αρκετές αποχές ώστε να περάσει το κατώφλι. Η πολιτική του «τείχους προστασίας» των υπόλοιπων κομμάτων παραμένει το βασικό εμπόδιο, όμως όσο η εκλογική της δύναμη πλησιάζει το 45%, τόσο μεγαλύτερη πειθαρχία απαιτείται από όλους τους αντιπάλους της.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το τεστ του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας, όπου οι κάλπες ανοίγουν στις 20 Σεπτεμβρίου. Εκεί το τοπικό Σύνταγμα προβλέπει ότι, εφόσον αποτύχει η εκλογή πρωθυπουργού με απόλυτη πλειοψηφία και η Βουλή δεν οδηγηθεί σε νέες εκλογές, στην τελική ψηφοφορία εκλέγεται εκείνος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους. Μια πιθανή κυβέρνηση μειοψηφίας της AfD μπορεί επομένως να προκύψει χωρίς επίσημο κυβερνητικό εταίρο, αν οι υπόλοιπες δυνάμεις δεν κατορθώσουν να συμφωνήσουν σε κοινό πρόσωπο.
Τα συντάγματα ανοίγουν πόρτες, το κράτος βάζει όρια
Η συζήτηση όμως περνά πλέον και στην ενδεχόμενη κατάκτηση μιας κρατιδιακής πρωθυπουργίας που θα έδινε στην AfD ουσιαστική εξουσία στην αστυνομία, την εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση. Δεν θα της έδινε όμως λευκή επιταγή, καθώς στη Γερμανία το ομοσπονδιακό δίκαιο υπερισχύει του δικαίου των κρατιδίων, ενώ οι τοπικές αρχές παραμένουν δεσμευμένες από τον Θεμελιώδη Νόμο -όπως ονομάζεται το γερμανικό Σύνταγμα- και υπόκεινται στον έλεγχο των διοικητικών και συνταγματικών δικαστηρίων. Σε πεδία όπου τα κρατίδια εφαρμόζουν ομοσπονδιακούς νόμους, το Βερολίνο διαθέτει έτσι επιπλέον μηχανισμούς εποπτείας.
Στο βάθος υπάρχει ακόμη το άρθρο 37 του Θεμελιώδους Νόμου, ο λεγόμενος ομοσπονδιακός καταναγκασμός, που επιτρέπει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, με τη συναίνεση του Bundesrat, να παρέμβει όταν ένα κρατίδιο αρνείται να εκπληρώσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις. Πρόκειται για ύστατο μέσο και όχι για εργαλείο καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης, η ύπαρξή του όμως αποκαλύπτει τη λογική πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική γερμανική δημοκρατία.
Τι θα γινόταν όμως αν απαγορευόταν γενικά η AfD;
Μια πανγερμανική απαγόρευση μπορεί να αποφασιστεί μόνο από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Σε μια τέτοια περίπτωση διαλύεται η κομματική οργάνωση και απαγορεύεται η δημιουργία διάδοχου σχήματος, άρα τα κρατιδιακά παραρτήματα δεν θα μπορούσαν απλώς να αλλάξουν πινακίδα και να συνεχίσουν.
Πιο σύνθετη θα ήταν η τύχη μιας κυβέρνησης που θα είχε ήδη σχηματιστεί τοπικά. Η απαγόρευση του κόμματος δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε υπουργός χάνει την ίδια στιγμή το αξίωμά του, θα άλλαζε όμως ριζικά τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα πλειοψηφία ή εκλογές.
Εδώ βρίσκεται και το γερμανικό παράδοξο. Η AfD πλησιάζει πλέον την κυβερνητική εξουσία μέσα από απολύτως νόμιμες διαδικασίες. Όμως ακόμη και αν φτάσει σε αυτήν, θα βρεθεί απέναντι σε ένα πυκνό πλέγμα θεσμικών ελέγχων που δημιουργήθηκε ακριβώς για να μην εξαρτάται η δημοκρατική τάξη από τις προθέσεις οποιασδήποτε κυβέρνησης.