Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την άνοδο του Εμανουέλ Μακρόν στην εξουσία, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης και μοιάζει πλέον παραδομένη στην αναρχία.
Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους, οργανωμένες ομάδες ταραξιών, λεηλασίες, ιστορικά κτίρια στις φλόγες και μια αστυνομία που δείχνει να φοβάται να δράσει. Εδώ και χρόνια, τα προειδοποιητικά σημάδια ήταν ορατά. Το ερώτημα είναι πλέον αν το γαλλικό κράτος μπορεί να αποτρέψει την επανάληψη του χάους.
Η Γαλλία ξύπνησε στις 18 Οκτωβρίου μετρώντας τις πληγές της. Μια χώρα που υπερηφανεύεται για την ιστορία, τον πολιτισμό και τις δημοκρατικές της παραδόσεις είδε ξανά τις πόλεις της να μετατρέπονται σε πεδία συγκρούσεων και αναρχίας.
Από 550.000 έως 800.000 άνθρωποι διαδήλωσαν για την ακρίβεια και τη συνεχή υποβάθμιση της καθημερινότητάς τους. Δικαιολογημένη αγανάκτηση. Όμως όσα ακολούθησαν ξεπέρασαν κάθε έννοια κοινωνικής διαμαρτυρίας. Αυτό που είδαμε δεν ήταν πλέον διαμαρτυρία. Ήταν αναρχία.
Οι ευθύνες για τις καταστροφές βαρύνουν πρωτίστως όσους τις προκάλεσαν, αλλά και μια Πολιτεία που, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, δεν κατάφερε να αποτρέψει την έκταση της βίας. Στη Λιμόζ, το ιστορικό δημαρχείο του 1883 παραδόθηκε στις φλόγες. Στη Λυών, πυρπολήθηκε το κτίριο του γραφείου τουρισμού στην πλατεία Bellecour. Στη Μασσαλία, εισβολείς προκάλεσαν καταστροφές στο δημαρχείο και ανέτρεψαν προτομή της Μαριάν, συμβόλου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Στο Μπορντό, βανδαλίστηκε η επίσημη κατοικία της νομάρχη. Στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας, καταστήματα λεηλατήθηκαν και βιτρίνες καταστράφηκαν μαζικά.
Δεν πρόκειται για εικόνες επανάστασης. Πρόκειται για εικόνες οργανωμένης βίας. Εξοπλισμένες ομάδες κουκουλοφόρων βρήκαν, για άλλη μια φορά, αφορμή να επιτεθούν, να σπάσουν και να λεηλατήσουν. Αυτή τη φορά, όμως, οι ενέργειές τους έμοιαζαν να ακολουθούν ένα πολύ πιο «οργανωμένο» σχέδιο. Δεν είχαν στόχο να διαμαρτυρηθούν, αλλά να καταστρέψουν και να αρπάξουν. Στο στόχαστρό τους βρέθηκαν σούπερ μάρκετ, αλλά και καταστήματα ειδών πολυτελείας, όπως Louis Vuitton και Rolex, με προϊόντα που μπορούν στη συνέχεια να μεταπωληθούν πανεύκολα. Αυτό δεν είναι επανάσταση, αλλά έγκλημα. Ούτε έχει την παραμικρή σχέση με τη διαμαρτυρία για το κόστος ζωής.
Ποια κοινωνική διεκδίκηση δικαιολογεί τον εμπρησμό ενός δημαρχείου; Ποιος αγώνας κατά της ακρίβειας δικαιολογεί το πλιάτσικο;
Εδώ και χρόνια, η Γαλλία συζητά για τη βία σε υποβαθμισμένα προάστια, την αποτυχία κοινωνικής ενσωμάτωσης, την παραβατικότητα νεαρών ομάδων, τον ισλαμισμό, την ακροαριστερά και την αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας. Πρόκειται για σοβαρά ζητήματα που απαιτούν συγκεκριμένες πολιτικές απαντήσεις, οι οποίες δεν δόθηκαν ποτέ. Και ιδού τα αποτελέσματα.
Την ίδια στιγμή, οι αστυνομικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διπλό αδιέξοδο: από τη μία, την πολιτική πίεση κυβερνητικών στελεχών που δεν θέλουν να εμφανιστούν υπερβολικά αυστηρά και, από την άλλη, τις απειλές και τις βίαιες επιθέσεις ταραξιών και ομάδων της άκρας Αριστεράς. Το αποτέλεσμα είναι μια αστυνομία που καλείται να επιβάλει την τάξη, αλλά συχνά αδυνατεί να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Οι αναφορές για έως και 1.800 προσαγωγές και συλλήψεις, οι τραυματισμοί και οι συνεχείς συγκρούσεις αποτυπώνουν το μέγεθος της κρίσης. Θα καταδικαστούν, όμως, οι ταραξίες ή θα αφεθούν ελεύθεροι, όπως καταγγέλλεται ότι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, επειδή είναι ανήλικοι ή επειδή είναι φτωχοί και δήθεν δεν πρέπει να τα βάζουμε με τους «αδύναμους»; Και ποιος θα πληρώσει για τις καταστροφές; Πάλι ο Γάλλος πολίτης; Θα κληθούν οι βίαιοι ταραξίες να αποζημιώσουν όσους υπέστησαν ζημιές;
Η Δικαιοσύνη οφείλει να εξετάσει κάθε υπόθεση και να διασφαλίσει την πραγματική λογοδοσία όσων αποδειχθούν υπεύθυνοι. Διαφορετικά, η αίσθηση ατιμωρησίας θα συνεχίσει να υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και ο μεγάλος κατήφορος θα συνεχιστεί.
Η υπόσχεση του Εμανουέλ Μακρόν για μια ενωμένη, σύγχρονη Γαλλία μοιάζει να έχει πλέον χαθεί. Από τα Κίτρινα Γιλέκα μέχρι τις σημερινές ταραχές, η χώρα επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο ερώτημα: γιατί τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αισθάνεται ότι οι θεσμοί το εκπροσωπούν και το προστατεύουν;
Η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν επιλέγει να στηρίζει πολιτικά εκείνους που αποκαλεί «επαναστάτες», ενώ επικριτές της καταγγέλλουν ότι δεν καταδικάζει τη βία των λεηλατών. Από την άλλη, η Μαρίν Λεπέν δηλώνει ότι στηρίζει τους διαδηλωτές που υποφέρουν από την ακρίβεια, ενώ υπόσχεται τάξη και ασφάλεια απέναντι στους μπαχαλάκηδες.
Υπάρχει, όμως, και ο πολίτης που δεν κατεβαίνει στον δρόμο. Που δεν σπάει, δεν φωνάζει, δεν συγκρούεται. Που παρακολουθεί σιωπηλά και διαμορφώνει τη δική του πολιτική κρίση μέχρι την ημέρα της κάλπης. Σε αυτόν τον πολίτη ποντάρει σε μεγάλο βαθμό η Λεπέν, επενδύοντας πολιτικά στη δυσαρέσκειά του. Γενικότερα, τόσο η Λεπέν όσο και ο Μελανσόν επιχειρούν να αντλήσουν πολιτικά οφέλη από το χάος, έστω και από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες.
Το πλιάτσικο δεν είναι επανάσταση. Ο εμπρησμός δεν είναι κοινωνική διαμαρτυρία. Και η επανάληψη της βίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτη κανονικότητα.
Το χάος της 17ης Οκτωβρίου είναι μια ακόμη προειδοποίηση για τη Γαλλική Δημοκρατία. Αλλά θα αλλάξει επιτέλους κάτι; Θα λειτουργήσει, επιτέλους, σωστά η Δικαιοσύνη; Θα μπει μια τάξη; Θα δοθούν απαντήσεις στην πραγματική και δικαιολογημένη δυσαρέσκεια των πολιτών ή οι κυβερνώντες θα κοιτάξουν και πάλι αλλού, μέχρι να φτάσει η χώρα σε ένα σημείο από το οποίο δεν θα υπάρχει πια επιστροφή;