Το 75% των νέων στρέφεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για πολιτική πληροφόρηση, ενώ διάχυτη είναι η δυσπιστία τους προς τα εγχώρια ΜΜΕ.
Η εικόνα είναι καθαρή και ταυτόχρονα ανησυχητική. Τρεις στους τέσσερις νέους, σύμφωνα με ποιοτική έρευνα της Prorata, δηλώνουν ότι ενημερώνονται κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ποσοστό αγγίζει το 75%. Σχεδόν δύο στους τρεις, σε ποσοστό 64%, επιλέγουν ειδησεογραφικά sites.
Οι εφημερίδες περνούν σε δεύτερο πλάνο, με το 77% να δηλώνει ότι ενημερώνεται σπάνια ή ποτέ από αυτές. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο συγκεντρώνουν 21%, λειτουργώντας περισσότερο ως συμπληρωματικό υπόβαθρο παρά ως βασική πηγή.
Δεν πρόκειται για μια απλή αλλαγή συνηθειών αλλά για μετατόπιση νοοτροπίας σε κάτι… άλλο. Τεχνολογικό.
Καταναλωτές περιεχομένου
Η πολιτικοποίηση των νέων δεν εκφράζεται πλέον μέσα από σταθερές αναφορές σε παραδοσιακά μέσα. Αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα από αποσπασματικές πληροφορίες, σύντομα βίντεο, τίτλους που περνούν φευγαλέα μπροστά από την οθόνη. Η είδηση δεν αναζητείται, εμφανίζεται. Και όταν εμφανίζεται, συχνά έρχεται φιλτραρισμένη από αλγόριθμους, προσωπικά δίκτυα και τάσεις.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όμως, δεν είναι ουδέτερο πεδίο. Συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί αναπαραγωγής υπερβολών, ανακριβειών, ακόμη και συνειδητής παραπληροφόρησης. Η ταχύτητα υπερισχύει της διασταύρωσης και η εντύπωση επικρατεί της τεκμηρίωσης. Το αποτέλεσμα είναι μια θορυβώδης δημόσια σφαίρα, όπου η πληροφορία και η προπαγάνδα συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ακόμη εύρημα της έρευνας. Καταγράφεται εμφανής ανάγκη για ανεξάρτητη ή ξένη ενημέρωση. Το στοιχείο αυτό συνδέεται με δυσπιστία απέναντι στην ελληνική μιντιακή σφαίρα. Οι νέοι αναζητούν πηγές εκτός συνόρων ή εκτός του καθιερωμένου πλαισίου, θεωρώντας ότι εκεί ενδέχεται να βρουν μεγαλύτερη αντικειμενικότητα.
Η διαπίστωση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα. Είναι ζήτημα αξιοπιστίας των εγχώριων μέσων; Είναι αποτέλεσμα μιας ευρύτερης κρίσης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς; Ή μήπως πρόκειται για τάση που τροφοδοτείται από την ίδια τη φύση του διαδικτύου, όπου η πρόσβαση σε διεθνείς πηγές είναι άμεση και εύκολη;
Η απάντηση πιθανόν βρίσκεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η δεκαετής οικονομική κρίση, οι πολιτικές εντάσεις, η υπερπληθώρα πληροφορίας έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη. Σε αυτό το περιβάλλον, ο νέος επιλέγει ό,τι θεωρεί πιο άμεσο και λιγότερο «καθοδηγούμενο».
Χωρίς σταθερές βάσεις
Η μετατόπιση αυτή επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι συμμετέχουν στα κοινά. Η εμπλοκή είναι συχνά επιλεκτική, συνδεδεμένη με συγκεκριμένα ζητήματα που γίνονται τάση. Η συλλογική συζήτηση αντικαθίσταται από διαδικτυακές αντιπαραθέσεις. Οι συζητήσεις με φίλους, που καταγράφονται σε ποσοστό 12%, και οι ειδήσεις μέσω μηχανών αναζήτησης, στο 8%, δείχνουν ότι η διαπροσωπική ανταλλαγή και η ενεργή αναζήτηση πληροφορίας περιορίζονται.
Το τοπίο αυτό δεν είναι μονοδιάστατα αρνητικό. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δίνουν φωνή σε περισσότερους, επιτρέπουν ταχεία διάχυση ιδεών, διευκολύνουν την πρόσβαση σε πληροφόρηση που παλαιότερα απαιτούσε κόπο. Ωστόσο, χωρίς κριτική σκέψη και παιδεία στα μέσα, η ελευθερία αυτή μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο σύγχυσης.
Η έρευνα της Prorata, όπως επισημαίνεται, δεν μπορεί να αναχθεί στον γενικό πληθυσμό. Αποτυπώνει τάσεις μεταξύ των συμμετεχόντων. Παρ’ όλα αυτά, λειτουργεί ως καμπανάκι.
Σε μια εποχή όπου η πολιτική συνείδηση διαμορφώνεται με ταχύτητα οθόνης, το ζητούμενο δεν είναι η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας αλλά η ενίσχυση της αξιοπιστίας, η επένδυση στην ποιοτική δημοσιογραφία και η καλλιέργεια κριτικής σκέψης. Διότι αν η ενημέρωση γίνει απλώς ακόμη ένα περιεχόμενο προς κατανάλωση, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο εντυπώσεων. Και αυτό δεν είναι ζήτημα γενιάς. Είναι ζήτημα θεσμών, παιδείας και ευθύνης.
Βεβαίως, τα παραπάνω ποσοστά είναι ενδεικτικά της τάσης μεταξύ των συμμετεχόντων στην ποιοτική έρευνα και δεν μπορούν να αναχθούν στον γενικό πληθυσμό…


