Η θεσμοθέτηση της απαγόρευσης επιταχύνει τις διεργασίες για ανάπτυξη του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου και αξιοποίηση της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας.
Δημοσιεύθηκε σήμερα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. και τέθηκε σε ισχύ ο νέος κανονισμός που απαγορεύει την εισαγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2027 (υπ’ αριθμ. 2026/261).
Σύμφωνα με τον νέο κανονισμό, τα κράτη–μέλη της Ε.Ε. πρέπει να προετοιμαστούν για την πλήρη κατάργηση του ρωσικού αερίου με συντονισμένο τρόπο, ώστε να δοθεί στην αγορά επαρκής χρόνος προσαρμογής, χωρίς να ανακύψει κίνδυνος για την ασφάλεια του εφοδιασμού ή σημαντικός αντίκτυπος στις τιμές της ενέργειας. Έτσι, οι χώρες της Ε.Ε. θα πρέπει να καταρτίσουν εθνικά σχέδια διαφοροποίησης για το φυσικό αέριο και να τα υποβάλουν στην Επιτροπή έως την 1η Μαρτίου 2026.
Όπως επισημαίνεται στον κανονισμό, «η παράνομη εισβολή πλήρους κλίμακας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 αποκάλυψε τις δραματικές συνέπειες των υφιστάμενων εξαρτήσεων από το ρωσικό φυσικό αέριο για τις αγορές και την ασφάλεια. Συνεπώς, στη Διακήρυξη των Βερσαλλιών της 11ης Μαρτίου 2022, οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων συμφώνησαν να μειώσουν σταδιακά και τελικά να εξαλείψουν πλήρως την εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια».
Η επίσημη θεσμοθέτηση της απαγόρευσης επιταχύνει τις διεργασίες για την ανάπτυξη του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου και την αξιοποίηση της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας στο εγχείρημα της απεξάρτησης της Ευρώπης από τις ρωσικές ενεργειακές πηγές μέσω της χρήσης αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη προμηθευόταν το 40% των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Πλέον το 40% έχει μειωθεί στο 15%. Μάλιστα, μέσω αγωγών φτάνει στην Ευρώπη μόλις το 7% των αναγκών της σε ρωσικό αέριο. Το υπόλοιπο 8% το αγοράζει η Ευρώπη από τη Ρωσία με τη μορφή LNG.
Με την καθολική απαγόρευση, πέρα από την ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας, η Ευρωπαϊκή Ένωση σταματά να χρηματοδοτεί εμμέσως την πολεμική μηχανή της Ρωσίας, στερώντας στον Πούτιν ένα τεράστιο οικονομικό έσοδο.


